Το Χαλάνδρι είναι ένας από τους 35 δήμους της χώρας που στο παρελθόν εφαρμόστηκε ο θεσμός του αστυνομικού της γειτονιάς. Μετά τις πρόσφατες εξαγγελίες για επανενεργοποίηση του θεσμού, στην πόλη μας ορίστηκαν τρεις τομείς στους οποίους πρόκειται να απασχοληθούν έξι αστυνομικοί.
Η ανακοίνωση της «επαναδραστηριοποίησης» του «αστυνομικού της γειτονιάς» συνοδεύτηκε από διακηρύξεις «περί νέας φιλοσοφίας», «πρωτότυπης δράσης», «ειδικής εκπαίδευσης» των αστυνομικών που θα εμπλακούν και άλλα γλαφυρά. Λογικό ήταν να μας κινήσει την περιέργεια και έτσι προσπαθήσαμε να ενημερωθούμε από την ιστοσελίδα του υπουργείου «Προστασίας του Πολίτη».[1]
Τα όσα διαβάσαμε, αρχικά, μας δημιούργησαν περισσότερα ερωτήματα από όσα είχαμε στην αρχή. Και εξηγούμαστε:
Η αποστολή του Αστυνομικού της Γειτονιάς συνίσταται στην προσέγγιση και διαρκή επικοινωνία µε τους πολίτες µιας χωροταξικά ορισμένης περιοχής (γειτονιά), την εμπέδωση του αισθήματος ασφαλείας αυτών και τη δημιουργία αμοιβαίων σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας µε την τοπική κοινωνία για την πρόληψη της εγκληματικότητας και την αντιμετώπιση γενικά προβλημάτων αστυνομικής φύσεως.»
Αυτή η «δημιουργία αμοιβαίων σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας με την τοπική κοινωνία για την πρόληψη της εγκληματικότητας», πολύ μας προβλημάτισε. Η αστυνομία αδυνατεί να ανταποκριθεί στο κατ’ εξοχήν έργο της, που είναι η καταστολή της όποιας εγκληματικότητας. Πόσο μάλλον να ασχοληθεί με την πρόληψη. Όμως, ούτως ή άλλως, η πρόληψη θα έπρεπε να αποτελεί αρμοδιότητα άλλων κοινωνικών φορέων. Θεωρήσαμε λοιπόν ότι αποτελεί έναν πλεονασμό του συντάκτη και η ουσία των καθηκόντων των νέων αστυνομικών είναι η «αντιμετώπιση των γενικών προβλημάτων αστυνομικής φύσεως».
Όμως ούτε αυτό ισχύει αφού παρακάτω διαβάζουμε ότι: «Δεν είναι όμως αρμόδιος για να παρεμβαίνει σε εγκληματικές ενέργειες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο πολίτης πρέπει να επικοινωνεί απευθείας με την Άμεση Δράση.»
Αντίθετα ο αστυνομικός αυτός:
«Περιπολεί στη γειτονιά του, έρχεται σε επικοινωνία µε τους κατοίκους και τους εκπροσώπους των τοπικών, κοινωνικών φορέων, προσεγγίζει µε ενδιαφέρον τα προβλήµατά τους, µεριµνά για την επίλυση και παρέχει υπηρεσίες εξυπηρέτησης.»
Είναι δύσκολο να θεωρήσουμε ότι θα μεριμνά για την επίλυση οικονομικών ή άλλων προβλημάτων επιβίωσης, υγείας, κλπ. Το ίδιο απίθανο, είναι να υποθέσουμε ότι θα ασχολείται με προβλήματα περιβάλλοντος, ποιότητας ζωής κλπ. Η παρέμβαση σε εγκληματικές ενέργειες αποκλείεται. Άρα ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενό του;
Ευτυχώς υπάρχουν οι επόμενες παράγραφοι που αν και κομψά διατυπωμένες λένε την αλήθεια. Έτσι αυτός ο «ειδικά εκπαιδευμένος αστυνομικός»:
«Συµµετέχει στις εκδηλώσεις τοπικών φορέων, και τις συναντήσεις των κατοίκων, που συζητούνται προβλήματα αστυνομικής φύσεως που τους απασχολούν και σχετίζονται, κυρίως, µε την παραβατικότητα ανηλίκων και τη διακίνηση και χρήση ναρκωτικών. Επίσης, πραγματοποιεί τακτικές επισκέψεις στα σχολεία της περιοχής και ενημερώνεται από τους διευθυντές, εκπαιδευτικούς και εκπροσώπους συλλόγων γονέων, για τα υφιστάμενα προβλήματα αστυνομικής φύσεως και προωθεί τη λήψη μέτρων για την αντιµετώπισή τους.» «Επίσης αναφέρει στην Υπηρεσία του, τα µμείζονος σημασίας ζητήματα του γενικότερου ενδιαφέροντος για την αντιµετώπισή τους.»
«Εισηγείται στην Υπηρεσία του τη διοργάνωση διαλέξεων, σε συνεργασία µε τους
φορείς της γειτονιάς, για θέματα αντεγκληµατικής πολιτικής.»
«Υποβάλλει καθημερινά στην Υπηρεσία του αναφορά για τα προβλήματα που απασχολούν τη γειτονιά και τις ενέργειες που εκδηλώθηκαν για την επίλυσή τους.»
«Καταγράφουν την εγκληματικότητα της «γειτονιάς» και τους παράγοντες που την προκαλούν και την ενισχύουν, εισηγούµενοι λύσεις στην Υπηρεσία τους.»
«Προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνεργασία µε Μ.Κ.Ο., Συλλόγους (Αθλητικούς, Περιβαλλοντικούς, Πολιτιστικούς, Εξωραϊστικούς κ.λ.π.), καθώς επίσης και µε σχολικές κοινότητες, μετανάστες και ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες.»
«Έχουν στη διάθεσή τους όλα τα κοινωνικά και λοιπά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη γειτονιά (πληθυσμιακή σύνθεση, υπηρεσίες, σύλλογοι, σχολεία, κέντρα νεότητας, κ.λπ).»
Παρά την προσπάθεια του συντάκτη να αποδώσει κοινωνικά χαρακτηριστικά στη δράση αυτών των αστυνομικών νομίζουμε ότι ο στόχος του νέου θεσμού είναι εμφανής. Να νομιμοποιηθεί η εμφανής παρουσία της αστυνομίας σε όλους τους κοινωνικούς χώρους και με πρόσχημα την καταγραφή της εγκληματικότητας να επιχειρηθεί το πλήρες φακέλωμά τους. Για να επιτευχθεί αυτό το μαζικό φακέλωμα κάθε «ύποπτης» δραστηριότητας, φαίνεται ότι δεν αρκούν οι «συνήθεις συνεργάτες». Αντίθετα επιδιώκεται η συμβολή μεγάλου μέρους ή ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να ανατραπεί η αρνητική εικόνα που επικρατεί στους πολίτες για τη δράση της αστυνομίας, μετά από τα συνεχή κρούσματα διαφθοράς και αντικοινωνικής συμπεριφοράς στους κόλπους της που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Για το λόγο αυτό οι αστυνομικοί της γειτονιάς πρέπει σύμφωνα με το καθηκοντολόγιό τους να «επιδιώκουν την ενσωµάτωσή τους στην τοπική κοινωνία». Παράλληλα και επειδή έχουν γνώση οι φύλακες, τους τονίζεται το αυτονόητο. Να «αποφεύγει συμπεριφορές και σχέσεις, οι οποίες ενδεχομένως θα προκαλέσουν δυσμενή σχόλια τόσο για τον ίδιο όσο και για την Υπηρεσία.»
Μετά λοιπόν την επιτυχή ενσωμάτωση του αστυνομικού στην κοινωνία «μπορούμε να τον αναζητούμε στο κινητό του τηλέφωνο κατά τις ώρες της βάρδιάς του ή στο γραφείο του στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του» και του «αναφέρουμε περιστατικά ή πληροφορίες που μας ανησυχούν». Πραγματικά δεν υπάρχει πιο κομψή έκφραση για το γενικευμένο χαφιεδισμό.
Αυτός με τη σειρά του –και εδώ είναι το μυστικό – «υποβάλει στο τέλος της υπηρεσίας του σχετική αναφορά δραστηριότητας, την οποία και καταχωρεί στην υπάρχουσα ηλεκτρονική βάση δεδοµένων.»
Δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε την επιτυχία που θα έχουν αυτά τα νέα μέτρα αν και δεν αμφιβάλουμε ότι πάντα βρίσκονται κάποιοι πρόθυμοι να εμπιστευθούν τις «ανησυχίες τους» στις αρχές. Είμαστε όμως σίγουροι ότι καμία εγκληματικότητα δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί. Το οργανωμένο έγκλημα (προστασία, ναρκωτικά, πορνεία κλπ) διατηρεί άριστες σχέσεις με τα κυκλώματα που δρουν μέσα στην ίδια την αστυνομία αλλά και τη δικαιοσύνη. Εάν δεν συνέβαινε αυτό, θα είχε από καιρό εξαρθρωθεί. Από την άλλη, το μικροέγκλημα και η νεανική παραβατικότητα έχουν εντελώς διαφορετική προέλευση. Αναπτύσσονται μέσα σε ένα κλίμα οικονομικής δυσπραγίας, ανέχειας, ανεργίας και έλλειψης προοπτικής. Ένα κλίμα που διαρκώς οξύνεται και διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό. Σε συνδυασμό με τα στρεβλά πρότυπα και τις αξίες που προβάλλονται από την «οργανωμένη κοινωνία», απαξιώνονται η κοινωνική αλληλεγγύη και η συλλογική δράση, ενώ η βία και ο προσωπικός «τσαμπουκάς» φαντάζουν σαν ο μοναδικός δρόμος επιβίωσης. Την απαξίωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, της ανεκτικότητας κα της συνεννόησης έρχεται να ενισχύσει και ο θεσμός του αστυνομικού της γειτονιάς. Και στη θέση μιας «γειτονιάς» που ενωμένη προσπαθεί να απαντήσει στις δυσκολίες των καιρών, επιχειρεί να δημιουργήσει μια «γειτονιά» φοβική και καχύποπτη, που παρακολουθεί τους πάντες. Το γείτονα, τον νεολαίο, τον διαφορετικό, τον μετανάστη, και τους «καρφώνει» στις δυνάμεις καταστολής. Μια τέτοια «γειτονιά», οργανωμένα και συλλογικά, δεν πρόκειται ποτέ να διεκδικήσει τίποτα για τον εαυτό της. Και αυτός είναι τελικά ο μεγάλος τους στόχος. Το αν θα το καταφέρουν ή όχι, είναι μια άλλη ιστορία.
[1] http://www.yptp.gr/images/stories//NEW/180110Kath_armod.pdf και http://www.yptp.gr/index.php?option=ozo_content&perform=view&id=3102&Itemid=407〈=










