Στάση στο Χαλάνδρι

Αρχική ΣΤάΣΗ στην επικαιρότητα Απόψεις - Ενστάσεις Ένα παλιό, αλλά επίκαιρο άρθρο της "Στάσης".

Ένα παλιό, αλλά επίκαιρο άρθρο της "Στάσης".

E-mail Εκτύπωση PDF

Το χειμώνα του 2008 εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια της κρίσης στη διεθνή οικονομία. Τότε, αναλυτές, δημοσιογράφοι, πολιτικοί της λαϊκής δεξιάς και του «σοσιαλιστικού» χώρου, εκ του ασφαλούς, αφού η κρίση δεν είχε ξεσπάσει ακόμα στη χώρα μας, συναγωνίζονταν στην κριτική του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης. Πολλοί μάλιστα μιλούσαν για το τέλος του νεοφιλελευθερισμού, επαναφέροντας προτάσεις για μεγαλύτερη εμπλοκή του κράτους στη λειτουργία των αγορών. Δεν πέρασαν ούτε δύο χρόνια και γινόμαστε μάρτυρες μιας ακραίας εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, από  το ίδιο μπλοκ πολιτικών δυνάμεων που τότε το αμφισβητούσαν.

Τα όσα «προφητικά» είχαμε γράψει, αντίθετα και σε ορισμένες απόψεις που διατυπώνονταν μέσα στην αριστερά, δυστυχώς είναι και σήμερα επίκαιρα. Η ανατροπή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου δεν πρόκειται να προέλθει από την κρίση του, αλλά από ένα ισχυρό μέτωπο αντίστασης που ακόμα παραμένει ζητούμενο:

Περί «κατάρρευσης» του νεοφιλελευθερισμού.

Η τελευταία οικονομική κρίση επανέφερε στο προσκήνιο τις συζητήσεις περί του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης στην Ευρώπη αλλά και στην Αμερική. Έτσι διατυπώθηκαν εκτιμήσεις, ότι αυτή ακριβώς η κρίση σηματοδοτεί και το τέλους του νεοφιλελευθερισμού αφού προκύπτει η αναγκαιότητα, το «ουδέτερο» κράτος να  παρεμβαίνει πλέον ενεργά για την σωστή λειτουργία των αγορών. Αφορμή για αυτή την εκτίμηση, αποτελεί ο πακτωλός χρημάτων που διατίθενται για την επιβίωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όμως πολύ φοβόμαστε ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από την υιοθέτηση ενός πιο «κοινωνικού» μοντέλου διακυβέρνησης.

Τι θα μπορούσαμε όμως να χαρακτηρίσουμε σαν «νεοφιλελευθερισμό»;

Όπως σημειώνει ο φανατικός  οπαδός του, Ανδρέας Ανδριανόπουλος:

«Νεοφιλελευθερισμός σημαίνει τρεις στην ουσία πολιτικές κατευθύνσεις.

Την δραστική μείωση των φόρων.

Τον ουσιαστικό περιορισμό των δραστηριοτήτων του κράτους, της δημόσιας γραφειοκρατίας και κατά συνέπεια και την ελάττωση των δημοσίων δαπανών.

Τρίτον, την κατ’ αρχήν αναζήτηση λύσεων σε κάθε πρόβλημα που αναφύεται σε δράσεις των ατόμων και της κοινωνίας κι όχι σε παρεμβάσεις του κράτους.

Στα πλαίσια μέσα αυτά, προωθούνται πολιτικές διάχυσης της δημόσιας ιδιοκτησίας σε φορείς του ιδιωτικού τομέα αλλά και συγκέντρωσης των παροχών του κράτους σε τομείς ουσιαστικών κοινωνικών υποδομών και προστασίας των πραγματικά κοινωνικά αδυνάτων (λ.χ. στην παιδεία, τις κοινωνικές υπηρεσίες (υγεία, πρόνοια) και τον πολιτισμό)[1]

Για να αντιληφθούμε τι ακριβώς προτείνεται θα πρέπει να δούμε πως ακριβώς λειτουργούσε το καπιταλιστικό κράτος την προηγούμενη περίοδο.

Το κράτος διασφάλιζε μέσα από παρεμβάσεις στην οικονομική πολιτική, την απασχόληση και μέσα από μία λογική παροχών αλλά και δημόσιων επενδύσεων, τη ζήτηση και τη μαζική κατανάλωση. Ταυτόχρονα, αυτή η πολιτική εξασφάλιζε τη «συναίνεση» των ηγεσιών των εργατικών συνδικάτων, ώστε οι αυξήσεις των μισθών να υπολείπονται της αύξησης της παραγωγικότητας εξασφαλίζοντας την κερδοφορία του κεφαλαίου. Μέσω της εισοδηματικής πολιτικής λοιπόν εξασφαλίζονταν από τη μία μεριά τα υψηλά κέρδη για τους καπιταλιστές αλλά και ο έλεγχος του πληθωρισμού. Παράλληλα, το ίδιο το κράτος, μέσω της υψηλής φορολογίας, μπορούσε να διατηρεί ή και να επεκτείνει ένα «κοινωνικό πρόσωπο». (δημόσια παιδεία και υγεία, επιδόματα ανεργίας, διαχείριση επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας κλπ)

Αυτό όμως που για το κεφάλαιο ήταν ανεκτό την εποχή της ανάπτυξής του, άρχισε να αμφισβητείται με τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 70 και των αρχών του 80. Άλλωστε το ίδιο διάστημα, η τεχνολογία αυξάνεται αλματωδώς συμβάλλοντας στον περιορισμό της απασχόλησης. Τα κέρδη περιορίζονται αφού τα συνδικάτα δε ελέγχουν πλέον τη βάση τους και οι δαπάνες για τη διατήρηση του Κράτους Προνοίας, παρά την αντίστοιχη υψηλή φορολογία, μεγαλώνουν.

Η δεκαετής κυβέρνηση της Θάτσερ στην Αγγλία και του Ρήγκαν στις ΗΠΑ (τη δεκαετία του 80) αποτελούν την πρώτη εφαρμογή των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού που θα  εξαπλωθούν αργότερα σε όλον τον πλανήτη.

Στη νέα εποχή το κράτος καλείται να παίξει διαφορετικό ρόλο από το παρελθόν.

Βασική ιδέα είναι ότι το κράτος και οι θεσμοί του πρέπει να λειτουργούν με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Οι κρατικές επιχειρήσεις επιστρέφονται στον ιδιωτικό τομέα με το πρόσχημα της καταπολέμησης της γραφειοκρατίας και της μείωσης των κρατικών δαπανών, ενώ όσες απομένουν στην διαχείριση του κράτους (κυρίως κοινής ωφέλειας) λειτουργούν πλέον με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Το ίδιο εφαρμόζεται και στους υπόλοιπους θεσμούς, βλέπε τοπική αυτοδιοίκηση. Οι κρατικοί έλεγχοι πάνω στη λειτουργία του ιδιωτικού κεφαλαίου και στην αγορά εργασίας ελαχιστoπoιoύvται, ή και καταργoύvται, με το ιδεολόγημα της αυτό-ρύθμισης της αγοράς και της  «εύκαμπτης» εργασίας που θα περιορίσει την ανεργία. Άλλωστε η ανεργία και η στασιμότητα των αμοιβών γίνεται το εργαλείο για τον  έλεγχο του πληθωρισμού.

Όμως λόγω του ανταγωνισμού και με άξονα την μεγιστοποίηση του κέρδους παραγωγικές επιχειρήσεις μεταφέρονται σε χώρες με χαμηλό κόστος παραγωγής. Η ανεπτυγμένη Ευρωπαϊκή οικονομία από-βιομηχανοποιείται και η εργασία στηρίζεται όλο και περισσότερο στον τριτογενή τομέα παροχής υπηρεσιών.

Σταδιακά, το άνοιγμα των αγορών επιφέρει, σε μεγάλο βαθμό, από-εθνικοποίηση των εθνικών οικονομιών, κατάργηση του εθνικού οικονομικού «προστατευτισμού και την εισαγωγή κριτηρίων πλήρους απελευθέρωσης των αγορών.

Η τεχνολογική εξέλιξη στις συναλλαγές -σε παγκόσμιο επίπεδο- θα οδηγήσει σε ενδυνάμωση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, που πλέον παίζουν σημαντικό ρόλο στη διακίνηση των κεφαλαίων που αντλούνται από την παραγωγική διαδικασία. Κεφάλαια που δεν επανεπενδύονται για τον εκσυγχρονισμό των μέσων παραγωγής ούτε βέβαια για την οικονομική ανακούφιση των ασθενέστερων στρωμάτων, αλλά κινούνται από χώρα σε χώρα μέσα από χρηματιστηριακές κερδοσκοπικές πράξεις υψηλού ρίσκου, με στόχο τον πολλαπλασιασμό τους.

Στη χώρα μας η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου υλοποιήθηκε την περίοδο των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ (με την παρεμβολή των τριών ετών της κυβέρνησης Μητσοτάκη) και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία θα διολισθήσει από το «κοινωνικό συμβόλαιο με το λαό της 3 του Σεπτέμβρη», στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της κυβέρνησης  Σημίτη. Πολιτική ιδιωτικοποιήσεων σε όλες της κρατικές (τέως «προβληματικές») επιχειρήσεις. Ναυπηγεία, τσιμενοβιομηχανίες, τράπεζες κλπ. Ιδιωτικοποιούνται μέσω της μετοχοποίησης οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ώστε να επιτευχθεί η «διάχυση της δημόσιας ιδιοκτησίας σε φορείς του ιδιωτικού τομέα» όπως περιγράφει ο Ανδριανόπουλος. Άλλωστε είναι πρόσφατη η εκποίηση του κερδοφόρου ΟΤΕ.

Αυτό δε που περιγράφεται ευγενικά σαν «κατ’ αρχήν αναζήτηση λύσεων σε κάθε πρόβλημα που αναφύεται σε δράσεις των ατόμων και της κοινωνίας κι όχι σε παρεμβάσεις του κράτους» είναι ο το συνολικό νομοθετικό πλαίσιο για την πλήρη και ανεξέλεγκτη λειτουργία της αγοράς. Η οποία υποτίθεται ότι θα λειτουργεί προς όφελος των πολιτών στα πλαίσια του ανταγωνισμού. Έτσι παρά το ότι η ακρίβεια καλπάζει και τα καρτέλ οργιάζουν, η κυβέρνηση –όπως και οι προηγούμενες – αδυνατεί να παρέμβει, δέσμια ακριβώς αυτών των αντιλήψεων. Άλλωστε νομοθετικό πλαίσιο ορισμού και πολύ περισσότερο περιορισμού της αισχροκέρδειας σε μία νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική δεν υφίσταται.

Το ίδιο ισχύει και για το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας της εργασίας. Επεκτείνεται η μερική απασχόληση ενώ συστηματικά περιορίζονται τα όποια εργασιακά δικαιώματα, με το πρόσχημα του περιορισμού του κόστους εργασίας λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού και της αύξησης της παραγωγικότητας. Η κατάργηση των «βαρέων και ανθυγιεινών», η παράταση του χρόνου εργασίας καθώς και η «ενοποίηση» των ασφαλιστικών ταμείων αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το δε κοινωνικό κράτος έχει ουσιαστικά διαλυθεί αφού βασικοί του κορμοί όπως η υγεία και η παιδεία ιδιωτικοποιούνται ραγδαία ή λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια (τροφεία στους κρατικούς παιδικούς σταθμούς, αμοιβή στα απογευματινά εξωτερικά ιατρεία κλπ). Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δημόσια νοσοκομεία καταρρέουν από τα χρέη σε τέτοιο σημείο που το Κρατικό Νίκαιας ανακοίνωσε «παύση εργασιών»!!!

Όμως όταν η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού προωθεί τον περιορισμό του κράτους, εννοεί ουσιαστικά μόνο τον περιορισμό της κοινωνικής πολιτικής προνοιακού τύπου. Η οποία αντικαθίσταται από προτεραιότητες διεθνούς ανταγωνισμού, κρατικής διαχείρισης και εγκλωβισμού του κράτους στις αντιθέσεις και τις πελατειακές σχέσεις των επιχειρηματικών ελίτ.

Έτσι εξηγείται η διεθνής και άμεση κινητοποίηση για τη «διάσωση» των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος με κρατική παρέμβαση.

Πολύ φοβόμαστε  – αν και κάποιοι μιλούν για το τέλος του νεοφιλελευθερισμού – ότι κανένας από τους βασικούς πυλώνες που τον χαρακτηρίζουν δεν φαίνεται να αμφισβητείται. Ούτε από τις ηγεσίες των δύο μεγάλων κομμάτων, ούτε βέβαια από ένα ισχυρό κίνημα αντίστασης σε αυτή την πολιτική. Και αυτοί που μέχρι τώρα σήκωναν στην πλάτη τους την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, θα συνεχίσουν να πληρώνουν και τα «λάθη» του.

Κώστας Ευθυμίου


[1] Ανδρέας Ανδριανόπουλος: Τι είναι ο νεοφιλελευθερισμός.

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ!

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

antistasi

Δηλώστε το e-mail σας και η Στάση θα σας αποστέλλεται ηλεκτρονικά!










Προσθήκη στα αγαπημένα! 2009-06-18-10-28-29

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

maphalandri

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ

mapatiki

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ

logosyner