«Η Κυβέρνηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διεθνούς οικονομικής κρίσης, με ευθύνη, με αποφασιστικότητα, φροντίζει ώστε αυτή η κρίση να αντιμετωπιστεί με τις λιγότερες παρενέργειες για την ελληνική οικονομία. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι υγιές, είναι ασφαλές, είναι ανθεκτικό στους κραδασμούς που σημειώνονται αυτή τη στιγμή στα τραπεζικά συστήματα άλλων χωρών.» (Κώστας Καραμανλής 30/9/08)
Το πόσο ανθεκτικό στους κραδασμούς είναι το τραπεζικό μας σύστημα, φάνηκε αμέσως μετά, από την επιλογή της κυβέρνησης να το στηρίξει με το πακέτο των 28 δις. Σήμερα, σχεδόν ένα χρόνο μετά από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, το χρηματοοικονομικό τοπίο παραμένει θολό. Μπορεί να εξανεμίστηκε ο αρχικός πανικός, αλλά το χρήμα συνεχίζει να απουσιάζει από την αγορά. Οι ακάλυπτες επιταγές από την αρχή του χρόνου φτάνουν τα 1,78 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ τον Ιούνιο έσπασαν ρεκόρ ξεπερνώντας τα 360 εκατομμύρια. Σε σχέση με τον περσινό Ιούνιο παρουσίασαν αύξηση της τάξης του 290%.[1]
Μία εύλογη απορία είναι τι ακριβώς συνέβη με αυτό το περίφημο «πακέτο». Αφού υποτίθεται ότι η ενίσχυση με τα 28 δις, αποσκοπούσε ουσιαστικά στην ενίσχυση της αγοράς και όχι των τραπεζών που άλλωστε σύμφωνα με τους πολιτικούς μας αλλά και τους πάσης φύσεως ειδικούς δεν αντιμετώπιζαν κανένα πρόβλημα. Είναι όμως έτσι;
Προσπαθήσαμε σαν Στάση να το ψάξουμε λιγάκι. Έτσι δώσαμε λίγο περισσότερη προσοχή στην ανακοίνωση της ΕUROBANK με ημερομηνία 4 Μαρτίου 2009. Ανακοίνωση που αναφέρεται στα αποτελέσματα της χρήσης του 2008.
Σύμφωνα με τα όσα πιστεύει ένας απλός άνθρωπος, οι τράπεζες παίρνουν τα χρήματα των καταθετών και τα «επενδύουν» κυρίως με τη μορφή δανείων. Μέσω της –λελογισμένης υποτίθεται- διαφοράς των επιτοκίων καταθέσεων και δανεισμού, αλλά και μέσω των διαφόρων υπηρεσιών που παρέχουν, εξασφαλίζουν τα όσα κερδίζουν. Όμως η κοινή λογική δανείζω μέρος από όσα μου καταθέτουν – λογική που τουλάχιστον ισχύει στην πραγματική ζωή – δεν φαίνεται να ισχύει για τις τράπεζες
Στα αποτελέσματα για το 2008 η τράπεζα υπερηφανεύεται μεν ότι: «ο Όμιλος διαθέτει ενισχυμένη ρευστότητα μέσω της σημαντικής καταθετικής του βάσης στην Ελλάδα και το εξωτερικό…», όμως στα παρακάτω - αν και σχετικά δυσνόητα – τα συμπεράσματα είναι ελαφρώς διαφορετικά:
Αποτελέσματα Έτους 2008
Αύξηση Καταθέσεων Πελατών κατά 26,3% σε € 45,7δισ.
Αύξηση Χορηγήσεων κατά 22,4% σε € 57,1δισ.
Βελτίωση του δείκτη Χορηγήσεων προς Καταθέσεις στο 122%
Κεφαλαιακή Επάρκεια 10,4% - Περαιτέρω βελτίωση σε 12,4% μετά την έκδοση προνομιούχων μετοχών υπέρ του Δημοσίου ύψους 950 εκ. ευρώ.
Ενώ οι συνολικές καταθέσεις ανέρχονται σε 45,7 δις ευρώ, οι χορηγήσεις (δάνεια) ανέρχονται σε 57,1 δις. Η τράπεζα λοιπόν έχει δανείσει όχι μόνο όσα τις κατέθεσαν οι ταλαίπωροι πελάτες της αλλά και περίπου 12,5 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα διαθέτει. Και όλα αυτά όταν τα δικά της κεφάλαια μόλις που πλησιάζουν τα 4 δις. Το ίδιο δηλώνει και στη συνέχεια όταν αναφέρεται στο «δείκτη χορηγήσεων προς καταθέσεις» που ανέρχεται στο 122% και που υποτίθεται είναι και βελτιωμένος. Από τα 100 ευρώ που κάποιος πολίτης κατέθεσε στην τράπεζα, αυτή δάνεισε τα 122 ευρώ. Πως γίνεται αυτό; Φαίνεται ότι στον καπιταλισμό όλα γίνονται. Ακόμα και το να δανείζεις αέρα. Γιατί περί αυτού πρόκειται.
Έτσι – από έναν αδαή - ευλόγως δημιουργείται το ερώτημα. Τι θα συμβεί εάν κάποιοι στο μέλλον αδυνατούν να πληρώσουν αυτά τα χρήματα; Πολύ περισσότερο τι θα συμβεί αν όλοι – ή οι περισσότεροι – αποφασίσουν να ζητήσουν τα χρήματά τους; Προφανώς η τράπεζα δεν θα έχει να τα επιστρέψει. Έτσι ίσως εξηγείται και η βιασύνη της κυβέρνησής μας να «εγγυηθεί» τις καταθέσεις. Το «εγγυηθεί» είναι σε εισαγωγικά γιατί η αξιοπιστία της κυβέρνησης είναι δεδομένη. Και το ότι δεν μπορεί η τράπεζα να επιστρέψει τα χρήματα – ναι τα χρήματα που οι περισσότεροι φυλάμε για κάποια «ανάγκη» – μας το δηλώνει η ίδια με τον κομψό όρο «Κεφαλαιακή επάρκεια».
Η οποία ανέρχεται στο φοβερό ποσοστό 10,4%.
Με άλλα λόγια; Εάν όλοι οι καταθέτες της τράπεζας αποφάσιζαν να αποσύρουν τα χρήματά τους μόνο το 10,4% θα μπορούσε να τα πάρει πίσω. Δηλαδή μόνο ο ένας στους δέκα. Το τραπεζικό μας σύστημα λοιπόν είναι υγιές μόνο και μόνο γιατί εμείς δεν ζητάμε τα χρήματά μας. Όμως δεν χρειάζεται να ανησυχούμε. Η κεφαλαιακή επάρκεια θα ανέλθει –πάντα με τη βοήθεια του δημοσίου - στο 12,4 %. Εδώ και αν μιλάμε για βελτίωση.
Μπορεί βέβαια εμείς – οι απλοί καταθέτες – να μη γνωρίζαμε. Άλλωστε οι προτάσεις για δάνεια έπεφταν βροχή. Φοιτητικά, παιδικά, στεγαστικά, επαγγελματικά, για διακοπές, για αγορά αυτοκινήτου, δάνεια για να πληρώσεις τα δάνεια. Κάποιοι όμως σε αυτόν τον τεχνητό παράδεισο γνώριζαν ότι η «φούσκα» διαρκώς μεγάλωνε. Αυτό που φαίνεται ότι δεν γνώριζαν ήταν πότε, αν και πως ακριβώς θα σκάσει.
Από τη στιγμή λοιπόν που η οικονομική κρίση βγήκε στην επιφάνεια, με αφορμή την κατάρρευση των τραπεζικών κολοσσών στις ΗΠΑ, τόσο η κυβέρνηση όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση κατέβαλλαν φιλότιμες προσπάθειες να μας πείσουν για τη σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Επικεντρώθηκαν λοιπόν στο ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν βρέθηκαν εκτεθειμένες σε διάφορα «τοξικά ομόλογα» του εξωτερικού. Ενώ αποσιώπησαν επιμελώς τον τρόπο που λειτουργεί το σύνολο του τραπεζικού συστήματος και πολύ περισσότερο το ελληνικό. Και βέβαια δεν αναφερόμαστε στον ληστρικό τρόπο που οι τράπεζες αντιμετωπίζουν τους πελάτες τους (υψηλά επιτόκια δανεισμού στο όριο της τοκογλυφίας, παράνομες χρεώσεις για υπηρεσίες κλπ) αλλά στην ίδια τη δομή τους.
Αφού από ότι φαίνεται ολόκληρο το εποικοδόμημα στηρίζεται στα πάσης φύσεως δάνεια που αφειδώς μοιράζουν. Ή για να είμαστε ακριβείς μοίραζαν μέχρι τώρα. Τα παρακάτω στοιχεία είναι εξίσου αποκαλυπτικά:

Από τα 82,2 δις τα 55,8 δις – δηλαδή ποσοστό 67,8% - είναι δάνεια προς διαφόρους. Όπως επίσης δάνεια μπορεί να κρύβονται και πίσω από τις «απαιτήσεις κατά άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων». Αδιάφορο βέβαια αφού το ποσό είναι μικρό, μόλις 4,6 δις. Παράλληλα το αμέσως μεγαλύτερο ποσό, τα 12,2 δις, είναι «επενδυτικοί τίτλοι» δηλαδή χαρτιά που αγοράστηκαν βέβαια με δικά μας χρήματα. Τώρα, πόσο αυτά τα χαρτιά μεταφράζονται σε ζεστό χρήμα μεσούσης της οικονομικής κρίσης ή αν θα διατηρήσουν την αξία τους νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται απάντηση.
Άρα συνολικά, τα 68 δις από το ενεργητικό μίας τράπεζας – ποσοστό σχεδόν 83%- είναι απλώς αέρας. Ένας αέρας όμως ιδιαίτερα ακριβός αφού καλούμαστε πάλι εμείς, μέσω της κρατικής ενίσχυσης, να καλύψουμε τα επενδυτικά ρίσκα – βλέπε τζόγο – που έπαιρναν οι τράπεζες όλο το προηγούμενο διάστημα.
Αφού το κράτος (που δανείζεται από τις τράπεζες), τις δανείζει (από δικά μας χρήματα) για να συνεχίσουν να μας δανείζουν επειδή τα χρήματά μας δεν επαρκούν και δανειζόμαστε. Ποιος τελικά κερδίζει από αυτό το φαύλο κύκλο; Οι τραπεζίτες. Και το πολιτικό σύστημα βεβαίως που φιλότιμα στηρίζουν. Έτσι και για το 2008 η τράπεζα έκλεισε με κέρδη. Όμως από τα έσοδα των 3,3 δις τα 2,7 δις προέρχονταν από τους τόκους των δανείων. Ποσοστό; Πάνω από το 80%.
Για να μη θεωρηθεί ότι το πρόβλημα αφορά μία μόνο τράπεζα προσπαθήσαμε να διαπιστώσουμε τι ακριβώς γίνεται με τις υπόλοιπες. Ακριβώς τα ίδια.
Τράπεζα Πειραιώς: καταθέσεις και ομόλογα πελατείας 31,3 δις, απαιτήσεις κατά πελατών (δάνεια) 38,3 δις, δείκτης δανείων προς καταθέσεις 112%
Αlfa bank: καταθέσεις 42,54 δις, δάνεια και απαιτήσεις κατά πελατών 51,98 δις, δείκτης δανείων προς καταθέσεις 119%. Στην Νοτιανατολική Ευρώπη τα δάνεια είναι σχεδόν διπλάσια από τις καταθέσεις. (11,2 προς 6,1 δις αντίστοιχα)
Marfin Εγνατια Bank : (9μηνο του 2008) ενεργητικό 17,7 δις, δάνεια 12,7 δις
Εμπορική Τράπεζα: σύνολο καταθέσεων 17,77 δις, δάνεια 24,16 δις, δείκτης δανείων προς καταθέσεις 130%.
Εθνική Τράπεζα Ελλάδος: (9μηνο του 2008) Τα πράγματα εμφανίζονται λίγο καλύτερα για την Εθνική που έχει συνολικές καταθέσεις 67,2 δις με χορηγήσεις (δάνεια) 65,8 δις. Όμως η θυγατρική της στην Τουρκία με καταθέσεις 5 δις έχει προχωρήσει σε δάνεια της τάξης των 12,2 δις. Δείκτης δανείων προς καταθέσεις 244%. Στην Τουρκία λοιπόν, η Εθνική Τράπεζα στα 100 ευρώ που κάποιος κατέθετε δάνειζε τα 244. Πού τα βρήκε αυτά τα λεφτά; Προφανώς από την Ελλάδα. Τι θα συμβεί αν καταρρεύσει η τουρκική οικονομία; Πάλι εμείς θα πληρώσουμε τα σπασμένα. Όπως και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Που τα δάνεια ανέρχονται σε 9,2 δις, ενώ οι οικονομίες τους αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα.
Έτσι ίσως εξηγείται γιατί τα δις που με τόση ευκολία δόθηκαν από την κυβέρνηση στους τραπεζίτες δεν μπαίνουν ξανά στην αγορά. Γίνεται μία απεγνωσμένη προσπάθεια να «μπαλώσουν τρύπες».Αυτοί ξέρουν αν θα τα καταφέρουν.
Βέβαια κάποιος καλόπιστος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα ποσοστά των «μη εξυπηρετούμενων δανείων» δηλαδή τα δάνεια που δεν μπορούν να αποπληρώσουν οι πελάτες παραμένουν λίγο πολύ αμετάβλητα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια ή έχουν αυξηθεί ελάχιστα, αφού κυμαίνονται από το 2,5% – 4 % των δανείων. Σωστό. Αλλά με μία παρατήρηση. Σε όσα οικονομικά στοιχεία μελετήσαμε, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια – κοινώς φέσια – αναγράφονται σαν ποσοστό επί των δανείων. Είναι λογικό, όσο αυξάνεται ο αριθμός των δανείων που χορηγούν οι τράπεζες, αυτά που δεν αποπληρώνονται να φαίνεται ότι μικραίνουν σαν ποσοστό. Όμως και η οικονομική κρίση δεν έχει ακόμα ξεσπάσει σε όλη της την έκταση.
Όλα αυτά δεν τα αναφέρουμε επειδή ανησυχούμε για τους τραπεζίτες και τα κέρδη τους. Τα αναφέρουμε, για να προσεγγίσουμε στο ελάχιστο, τον σκανδαλώδη τρόπο, που αυτοί συσσώρευαν υπερκέρδη χρόνια ολόκληρα χωρίς κανέναν ουσιαστικά έλεγχο ούτε από την κυβέρνηση, ούτε φυσικά από την Τράπεζα της Ελλάδας. Και τώρα που ο χάρτινος πύργος κατέρρευσε, καλούμαστε να τους ενισχύσουμε ώστε να συνεχίσουν να περνούν αυτοί καλά και εμείς χειρότερα.
Το πόσο καλά περνούν αυτοί, φαίνεται και σε ένα πρόσφατο σχόλιο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» [2]
Ο Αντώνης Κροντηράς διευθύνων σύμβουλος της Εμπορικής Τράπεζας «έγινε πλουσιότερος κατά περίπου 3 εκατ. ευρώ (μείον τους φόρους) για δύο χρόνια εργασίας στην Εμπορική Τράπεζα. Μόνο η αποζημίωση ανήλθε σε 1,2 εκατ.
Αντίθετα, η τράπεζα είχε ζημιές 491 εκατ. ευρώ το 2008 και 169 εκατ. ευρώ. το α' τρίμηνο του 2009.»
Είπατε τίποτα;
[1] Ναυτεμπορική http://www.naftemporiki.gr/news/static/09/07/16/1690861.htm
[2] 17/6/2009














