Αισίως βαδίζουμε προς την τρίτη εκλογική αναμέτρηση τα τελευταία δύο χρόνια. Και τα δύο μεγαλύτερα κόμματα διαγκωνίζονται για την εξουσία, όχι υποσχόμενα καλύτερες μέρες - αυτές τις έχουμε ξεχάσει από καιρό – αλλά για το ποιος θα διαχειριστεί καλύτερα τη νέα οικονομική κρίση.
Μία κρίση που για την πλειοψηφία των Ελλήνων δεν εμφανίστηκε πέρυσι. Αλλά αποτέλεσε συνακόλουθο της παρατεταμένης οικονομικής λιτότητας τις τελευταίες δεκαετίες ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Από το δικομματικό καυγά λοιπόν απουσιάζουν όλα εκείνα τα δομικά στοιχεία που επέτρεψαν στην ελληνική άρχουσα τάξη να επιτύχει τους στόχους της ΟΝΕ και να ενταχθεί στο κλαμπ των ισχυρών. Έτσι όλες οι αντεργατικές ρυθμίσεις (ασφαλιστικό, περιορισμός εργασιακών δικαιωμάτων στις ΔΕΚΟ, αυξήσεις μισθών κάτω από τον πληθωρισμό, ελαστικές συμβάσεις και μερική εργασία, επιμήκυνση του χρόνου εργασίας) παραμένουν στο απυρόβλητο αφού αποτελούν τη βάση για το ξεπέρασμα και της νέας οικονομικής κρίσης. Στο απυρόβλητο παραμένουν και η εκποίηση του δημόσιου πλούτου της χώρας (ΟΤΕ, λιμάνια, Ολυμπιακή, εταιρείες ύδρευσης), η ιδιωτικοποίηση των οργανισμών κοινής ωφέλειας, η κερδοσκοπία των τραπεζών και των μεγάλων εταιριών – που λειτουργούν σαν κράτος εν κράτη - σε βάρος του εισοδήματος μισθωτών και συνταξιούχων. Παράλληλα καταρρέει το όποιο κοινωνικό κράτος ενώ συνεχίζεται με ραγδαίους ρυθμούς η περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Εάν κάτι συζητιέται – και αυτό με ολίγην- είναι τα κραυγαλέα σκάνδαλα διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, της διαπλοκής και του πλουτισμού ημετέρων και παρατρεχάμενων της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας. Και αυτά όμως μέχρι εκείνο το σημείο ώστε να μην αμφισβητείται η ουσία λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Άλλωστε αυτά αποκαλύπτονται λόγω της όξυνσης των αντιθέσεων στους κόλπους των μηχανισμών της εξουσίας και όχι μέσα από μία διαδικασία ανάπτυξης του κινήματος. Ενός κινήματος που να αντιστέκεται στις επιλογές της εξουσίας και να δημιουργεί ρήγματα στην πολιτική της.
Έτσι χαρακτηριστικό των τελευταίων ετών, παραμένει η αδυναμία οργάνωσης - πολύ περισσότερο επιτυχίας - των αντιστάσεων στην εφαρμογή μίας τέτοιας πολιτικής σχεδόν σε όλα τα επίπεδα..
Αυτό δεν είναι άσχετο και από το επίπεδο που βρίσκεται το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, στην πλειοψηφία τους αποτελούν τα γραφειοκρατικά κατάλοιπα ενός μηχανισμού, διαχρονικά διαπλεκόμενου με την εξουσία, διατηρούν ελάχιστο κύρος μεταξύ των εργαζομένων ενώ συνεχώς απομαζικοποιούνται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Οι ελάχιστες αντιστάσεις που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια – κυρίως απεργιακές κινητοποιήσεις στο δημόσιο τομέα, αγροτικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις – μάλλον αποτελούν τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Η γενικευμένη δυσαρέσκεια με την ταυτόχρονη απουσία μιας διαφορετικής προοπτικής οδηγεί τμήματα της ελληνικής κοινωνίας στη συνολική απόρριψη του πολιτικού συστήματος της χώρας. Παράλληλα, και στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας βαθαίνει το ρήγμα ανάμεσα σε αυτούς που διατηρούν δυνατότητες εξόδου από την κρίση και σε αυτούς που σταδιακά εξωθούνται στο περιθώριο. Η εξέγερση του Δεκέμβρη αλλά και η μετέπειτα αντιμετώπισή της από μέρος της ελληνικής κοινωνίας απεικόνισε με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την αντίθεση.
Έτσι, η κρίση του πολιτικού συστήματος – παρά τις όποιες προσπάθειες ελέγχου αναπτύσσονται από τα ΜΜΕ – βαθαίνει, αφού αυξάνονται εκείνοι που αποστρέφουν το βλέμμα – την ελπίδα την έχουν χάσει από καιρό- από τα κόμματα και την πολιτική τους.
Η αριστερά - σε όλες της τις εκδοχές- φαίνεται να επηρεάζεται και αυτή από την κρίση του πολιτικού συστήματος. Χωρίς να έχει ισχυρούς δεσμούς με τα κοινωνικά στρώματα που θίγονται και χρησιμοποιώντας έναν όχι επικεντρωμένο αλλά πολυσυλλεκτικό λόγο, αδυνατεί να προβάλει δυναμικά σαν μια άλλη εναλλακτική και κυρίως ρεαλιστική λύση. Σε αυτό συμβάλει καθοριστικά τόσο το βάρος της κατάρρευσης ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος που με τη μία ή την άλλη εκδοχή (Κίνα, Ρουμανία, Αλβανία Σοβ Ένωση) η ίδια είχε στο παρελθόν υπερασπιστεί όσο και οι ίδιοι οι μηχανισμοί των επί μέρους κομματικών σχηματισμών. Μηχανισμοί απότοκα μίας άλλης ιστορικής περιόδου που αδυνατούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες προκρίνοντας μάλλον τη δική τους επιβίωση.
Όμως αυτό που αναδεικνύεται κυρίως σε περιόδους όξυνσης της κοινωνικής σύγκρουσης (αγροτικά μπλόκα παλαιότερα, κινητοποιήσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας, περιβαλλοντικές καταστροφές, Δεκέμβρης) είναι ένα ρεύμα προοδευτικής κατεύθυνσης, που στηρίζει όλες αυτές τις κινητοποιήσεις και συμβάλλει ή τουλάχιστον αρνείται να συναινέσει στην καταστολή τους. Ένα ρεύμα σαφώς μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους εκλογικών ποσοστών της αριστεράς που όμως και την ίδια, την αντιμετωπίζει κριτικά ή με επιφύλαξη. Που έχει συνείδηση των προβλημάτων, αναζητά λύσεις αλλά αρνείται λόγω αυτής της επιφύλαξης να στρατευτεί ή να ενταχθεί. Και που φαίνεται ότι επιζητεί την ενότητά της ή για την ακρίβεια δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ακριβώς τις διαφορές της.
Στη σημερινή δύσκολη συγκυρία, όσο αδύνατη φαντάζει η υπέρβαση των υπαρκτών κομματικών σχηματισμών τόσο αδύνατη φαντάζει και η αυτοτελής ανάπτυξή τους.
Αυτό άλλωστε δηλώνει διαχρονικά και η καθήλωση των εκλογικών τους ποσοστών.
Όμως μπροστά στον κοινωνικό και εργασιακό μεσαίωνα που μας επιφυλάσσουν τα δύο μεγάλα κόμματα οι επιλογές δεν φαίνεται να είναι πολλές.
Αναγκαίο αλλά και ρεαλιστικό είναι σε κάθε χώρο να οργανώσουμε την αντίστασή μας, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη κινηματικών παρεμβάσεων. Παρεμβάσεις όσο το δυνατόν πιο ενωτικές που θα βοηθούν μέσα από ανοικτές διαδικασίες στη σύγκλιση των διαφορετικών απόψεων και όχι την ανάδειξη των επί μέρους διαφωνιών. Άλλωστε, οι όποιες διαφορετικές πολιτικές θέσεις, οφείλουν να τίθενται, πολύ περισσότερο να επαληθεύονται ή να απορρίπτονται, στο φυσικό τους χώρο. Στα κινήματα . Σε κάθε άλλη περίπτωση μάλλον αποτελούν κενό λόγο.
Σε αυτή την κατεύθυνση, χωρίς δογματισμούς και εμμονές μπορούν και οφείλουν να συναντηθούν όλες οι συνιστώσες της αριστεράς. Είτε συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία, είτε επιλέγουν το δρόμο της αποχής, του άκυρου ή του λευκού. Όσο για τις εκλογές, αυτές δεν αλλάζουν τον κόσμο. Αποτελούν μόνο μια στιγμή, ανάμεσα σε πολλές άλλες που διαμορφώνουν το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξάγεται ο κοινωνικός και ταξικός ανταγωνισμός. Και είναι καλό όλες οι δυνάμεις της αμφισβήτησης να βγουν ενισχυμένες από αυτή τη διαδικασία.
Κώστας Ευθυμίου














