Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε, την Τρίτη 13/12 στο κέντρο νεότητας, η παρουσίαση του βιβλίου του δημοτικού συμβούλου της αντίΣΤαΣΗΣ με τους πολίτες του Χαλανδρίου Γιώργου Λιερού για την αμεση δημοκρατία.Δεκάδες συμπολίτες μας συμμετείχαν στον πλούσιο διάλογο που πυροδότησαν οι ενδιαφέρουσες εισηγήσεις των Δημήτρη Μπελαντή και Δημήτρη Κωτσάκη.Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους και οι Γιώργος Κουράσης,Κώστας Παττακός,Νίκος Πανταζής.Παρακάτω παρουσιάζουμε την εισήγηση του Δ.Μπελαντή.Θα ακολουθήσει και αυτή του Δ.Κωτσάκη.

Το βιβλίο του Γ.Λιερού (Γ.Λ.) αποτελεί ένα απολύτως ρεαλιστικό αλλά και αναστοχαστικό σχεδιάγραμμα του σύγχρονου τόπου της ιδανικής πολιτείας για όσους ανταγωνίζονται την «αυτοκρατορική» καπιταλιστική δυστοπία του σήμερα σε συνθήκες οξείας και γενικευμένης, δομικής θα λέγαμε, καπιταλιστικής κρίσης.
Όπως κατ’ ουσίαν υποστηρίζει και ο συγγραφέας, η σημερινή κοινωνική και πολιτική κρίση δείχνει πλέον τα απώτατα όρια απαξίωσης των όποιων δημοκρατικών στοιχείων της αστικής κοινωνίας. Στην πραγματικότητα , όπως έχει δείξει ήδη από το 1932 ο Καρλ Σμιττ στο περίφημο έργο του «Νομιμότητα και νομιμοποίηση» αλλά και στο παλαιότερο και λιγότερο γνωστό έργο του «Η κρίση της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» (1924) , η γνήσια αντιπροσωπευτική δημοκρατία του 18ου και του 19ου αιώνα λειτούργησε σχεδόν αποκλειστικά για όσο διάστημα ο κοινοβουλευτισμός λειτούργησε δια της αριστοκρατικής/ τιμηματικής ψήφου των αστικών και αριστοκρατικών θυλάκων και οικογενειών.
Το πέρασμα στη μαζική δημοκρατία ιδίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ( βλ. και Γ. Ανιόλι «Ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας», 1972, Λ. Φεραγιόλι «Υπάρχει αντιπροσωπευτική δημοκρατία», 1975 ) δεν πρέπει αβίαστα να υποτιμηθεί : σήμαινε την καθολική ψήφο, τη ραγδαία άνοδο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων/ συνδικάτων και των μαζικών ΚΚ αλλά και την επιβολή στο κεφάλαιο των κοινωνικών δικαιωμάτων και συστημάτων κοινωνικής προστασίας . Δεν πρέπει, και εδώ ο Γ.Λ. έχει απόλυτο δίκαιο, να υπερτιμηθεί κιόλας ή να αποκρυβούν οι σκοτεινές όψεις του : σήμαινε ακόμη την απρόσωπη μαζική κουλτούρα, ένα τεράστιο σύστημα μαζικού κοινωνικού ελέγχου, τη διαμόρφωση της ένταξης/ προβολής των λαϊκών συμφερόντων στο αστικό μακροπρόθεσμο συμφέρον («εκπροσώπηση των κάτω » «αντιπροσώπευση των πάνω» ) , την καταστροφή και λήθη των παλαιότερων θεσμών λαϊκού και εργατικού πολιτισμού. Ουσιαστικά , το «μαζικό δημοκρατικό κράτος» του ύστερου φιλελευθερισμού υπήρξε ο μαχητικός εχθρός των συμβουλίων είτε αυτών του 17-23 είτε εκείνων του 1934-1937 είτε τέλος των όποιων αντανακλάσεών τους στην περίοδο 1965-1977 . Ακόμη, χειρότερα, στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης –καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης μετά το 1980, τα μαζικά δημοκρατικά αστικά και εργατικά κόμματα του μεταπολέμου υφίστανται μια ακόμη βαθύτερη και πιο βάρβαρη «μεταδημοκρατική» διαταραχή ( Κόλιν Κράουτς 2006) .Παύουν να εκπροσωπούν στρεβλά τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα στο μακροπρόθεσμο αστικό συμφέρον («στο έθνος») και αποδεσμεύονται από τις όποιες κοινωνικές δεσμεύσεις τους – πλέον πανάκεια θα είναι οι απαιτήσεις του εθνικού κεφαλαίου και της διεθνικής του ένταξης, ενώ η εκπροσώπηση θα έχει το νόημα μόνον μικροδιευθετήσεων και μικροσυμβιβασμών. Αυτή την πραγματικότητα ακριβώς θα έχει να αντιμετωπίσει μια αμεσοδημοκρατική προοπτική Αυτή η πραγματικότητα σημαίνει ολωσδιόλου την επιβολή ενός «ζοφερού αγοραίου οίκου» επί της «πόλεως», με τους όρους του Γ.Λ. , καθώς και την ολοκλήρωση της καταστροφής της δημόσιας σφαίρας, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει (Χάμπερμας 1967) να αποδιαρθρώνεται και εντός του μαζικοδημοκρατικού κοινωνικού κράτους του δεύτερου ημίσεος του 20ου αιώνα ως αποτέλεσμα της ήττας των δυο ριζικά αντίθετων κοινωνικών πόλων, της τιμοκρατικής αντιπροσώπευσης των αστών του 19ου αιώνα αλλά και του συστήματος των συμβουλίων μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ας θυμηθούμε εδώ (Κρίστοφερ Λας, Μάικ Ντέηβις ) ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν ήταν μόνο οι εργαζόμενοι που άρχισαν να εξοβελίζονται από την αποδιαρθρούμενη δημόσια σφαίρα αλλά και οι διεθνοποιημένοι αστοί , επίσης, που άρχισαν μαζικά να την εγκαταλείπουν φεύγοντας στα «προάστεια» ή αφικνούμενοι στην αυτοκρατορική υπερτοπική πραγματικότητα!.
Το ζήτημα της εγκατάστασης, θέσμισης και διαρκούς λειτουργίας αμεσοδημοκρατικών θεσμών θέτει δυο σοβαρά προβλήματα στη μαρξιστική, στην αναρχική αλλά και σε κάθε άλλη μορφή χειραφετητικής κοινωνικής θεωρίας, η οποία στρέφεται όχι μόνο κατά της ταξικής εκμετάλλευσης αλλά και κάθε φενακισμένης και «αλλοτριωτικής» πολιτικής διαμεσολάβησης . Ο Γ.Λ. φαίνεται να έχει σαφή επίγνωση και των δυο αυτών, συναφών άλλωστε μεταξύ τους, προβλημάτων. Α)Το πρώτο ζήτημα αφορά στη σχέση κράτους και πολιτικής . Αν η πολιτική αφορά όχι μόνο τους μηχανισμούς καταναγκαστικής κυριάρχησης αλλά και τους μηχανισμούς δημόσιας πολιτικής διαβούλευσης – τόσο αυτούς που έχουμε παραλάβει από την παράδοση της αρχαίας Αθήνας και των συμβουλίων όσο και εκείνους τους πιο «ελλειμματικούς» που έχουμε παραλάβει από την παράδοση της αντιπροσωπευτικής αστικής δημοκρατίας- τίθεται ένα μεγάλο ζήτημα αν ο επαγγελόμενος από τον Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα και αλλού μαρασμός του κράτους μπορεί να ισοδυναμεί και με τον μαρασμό της δημόσιας πολιτικής διαβούλευσης, αν δηλαδή η τελευταία θα συμπεριληφθεί στην αντικατάσταση της διακυβέρνησης των ανθρώπων από τη διαχείριση των πραγμάτων. Νομίζουμε – και σε αυτό συμφωνούμε με τον Γ.Λ. – ότι αυτή η ερμηνεία θα κινδύνευε να μετατρέψει τον μαρξισμό σε ένα τεχνοκρατικό κοινωνικό όραμα : μεγιστοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης , τεχνοκρατική οργάνωση των αυτοματοποιημένων μηχανισμών παραγωγής , πλήρης υποκατάσταση της διαβούλευσης από έναν υπερκαταναλωτικό δυνάμει παραγωγό ή παίκτη κλπ. Θα φτάναμε δηλαδή σε μια πλήρη υποκατάσταση της «πόλεως» από τον «οίκον» κατά την ορολογία του Γ.Λ. και σε μια «κομμουνιστική» επικαιροποίηση του φιλελεύθερου οράματος. Αντίθετα, αυτό που οφείλουμε να επιδιώκουμε είναι η παράλληλη με την κατάλυση της κυριαρχίας και της εξουσίασης και των εκτελεστικών τους μηχανισμών γενίκευση των θεσμών δημόσιας διαβούλευσης ώστε να συμπεριλάβει ένα πολύ σημαντικό τμήμα της οργάνωσης της κοινότητας και στα δημόσια αλλά και στα «ιδιωτικά» της καθήκοντα και λειτουργίες (άλλη μια διάκριση, η οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί ολοκληρωτικά ) .Αν λοιπόν αυτή είναι η προοπτική , η κατεύθυνση των αυτοδιαχειριζόμενων τοπικών και γενικών κοινοτήτων δεν θα χαρακτηρίζει μόνο τη μεταβατική περίοδο προς τον κομμουνισμό αλλά και το ίδιο το κομμουνιστικό «καθεστώς». Και εδώ ο Γ.Λ. απαντα θετικά προς αυτήν την κατεύθυνση.
Β) Επιπλέον, η δυναμική της γενικευμένης δημόσιας διαβούλευσης σηματοδοτεί μια σχετική «χειραφέτηση» από τα οικιακά-οικονομικά-παραγωγικά προβλήματα , αν θέλει να είναι διαρκής και αποτελεσματική. Θα ήταν δύσκολο να προδιαγράψουμε σήμερα με ευκολία μια πραγματικότητα , όπου ο έντονα και βαρειά εργαζόμενος/η και ταυτόχρονα ασχολούμενος με έντονες οικιακές ανάγκες με τη στενή έννοια θα ήταν σε θέση να ασχολείται διαρκώς και αν μετέχει σε ένα καθεστώς δημόσιας διαβούλευσης. Μάλιστα, θα μπορούσε εδώ να συμπληρώσει κανείς με ένα πικρό συναίσθημα στην ψυχή ότι η ήττα των προλεταριακών και σοσιαλιστικών γενικότερα επαναστάσεων του 20ου αιώνα είχε μεγάλη σχέση με αυτή την τάση κόπωσης και απόσυρσης των λαϊκών τάξεων σε μαζική κλίμακα από τις διαδικασίες αυτοθέσμισης των πρώτων χρόνων κάθε επανάστασης και όχι απλώς με την κακοβουλία κάποιων σκοτεινών συνωμοτών γραφειοκρατών. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα πρέπει να σκεφτούμε βαθύτερα ποιοι πολιτικοί, πολιτιστικοί και υλικοί μηχανισμοί (καθώς το ζήτημα της παραγωγικής μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας εμπλέκεται και αυτό στη συζήτηση) μπορούν να επικαιροποιούν στο διηνεκές την τάση για επαναστατική και αυτοδιευθυνόμενη δημόσια διαβούλευση. Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μια άγρια καπιταλιστική πραγματικότητα όπου οι άνθρωποι θα δουλεύουν όλο και περισσότερο για να συγκεντρώνουν τα αναγκαία προς το ζην αλλά και όπου ειδικότερες μερίδες του εργατικού δυναμικού όπως οι γυναίκες θα συνεχίσουν να ασκούν διπλά παραγωγικά καθήκοντα. Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, η απογύμνωση της υπαρκτής κοινοβουλευτικής δημόσιας σφαίρας δημιουργεί εναλλακτικές δυνατότητες , καθώς η καταστροφή κάθε παλαιάς σχέσης και δεσμού κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης εντείνει την καταστροφή και κάθε αυταπάτης «ψευδούς διαμεσολάβησης» και βάζει το μαχαίρι στο λαιμό για τη συγκρότηση μιας «άλλης πόλεως» προκειμένου να περισωθεί κατά το δυνατό και ο «οίκος» των λαϊκών και εργαζόμενων τάξεων.
Για να έλθουμε στα δυσχερέστερα σημεία : ένα ιδιαίτερα κρίσιμο και «δύσκολο» για το κίνημα ζήτημα που συμφύεται με εκείνο της άμεσης δημοκρατίας είναι αυτό του «όλου» , του πολιτικού σώματος και του κομματικού κερματισμού του. Με λίγα λόγια , πως μπορεί το «όλο» να μην απορροφηθεί από τις υστεροβουλίες και τα απώτερα στρατηγήματα των μερών χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την πολυμορφία του αλλά και την ανισόμετρη ανάπτυξη των συνειδήσεων στο εσωτερικό του ; ακόμη πιο συγκεκριμένα , τι θα κάνουμε με τα αριστερά κόμματα και οργανώσεις αλλά και με τις ελευθεριακές και αναρχικές οργανώσεις εντός του «αμεσοδημοκρατικού όλου» ; Το ζήτημα τέθηκε στις «πλατείες». Mε ενάργεια ο Γ.Λ. εξηγεί πως ο χώρος για την ανάπτυξη του δημόσιου διαλόγου μπορεί να γίνει αντικείμενο πάλης για την νομή ανάμεσα στα «μέρη» ή και ανάμεσα στο «όλο» και στα «μέρη». Η πάλη για την νομή αλλά και για τον νόμο του αμεσοδημοκρατικού χώρου (κοινή ρίζα) μπορεί να σημαίνει και την εκδίωξη ακόμη ενός ιδιαίτερα μαχητικού και «εγωκεντρικού» μέρους , το οποίο φέρεται ότι θέλει να παραβιάσει τη δυναμική της λειτουργίας του «όλου» (περ. ΚΚΕ-μ-λ σελ. 44 παρ. 14) . Ο Γ.Λ. απαντά με σαφή τρόπο σε αυτή τη δύσκολη διαλεκτική γράφοντας ότι κάθε υποκείμενο μετέχει στη συνέλευση ή στο σοβιέτ ως πρόσωπο χωρίς όμως αυτό να αναιρεί τη συμμετοχή του από τις άλλες συλλογικότητες όπου επίσης συμμετέχει. Η απάντηση αυτή εκκινεί και από τον φόβο μετατροπής του «όλου» σε ένα κοινοβούλιο της Άκρας ή και της μετριοπαθούς Αριστεράς, μια επιφύλαξη αρκετά διαδεδομένη και όχι παράλογα στο κίνημα των πλατειών της περασμένης άνοιξης. Η απάντηση είναι μεν ενδιαφέρουσα και ελκτική αλλά θα ήθελε κάποια παραπάνω ανάπτυξη . Ακόμη και αν δεχθούμε ως απολύτως πεπαλαιωμένο και αναχρονιστικό ένα μοντέλλο δημοκρατικοσυγκεντρωτικής λειτουργίας των «επαναστατών» μέσα σε ένα τέτοιο θεσμό ως «όλο» , δεν έχουμε τελειώσει με το ζήτημα. Το εργατικό κίνημα έχει διαμορφωθεί ιστορικά μέσα από τις πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις του ή ακόμη και τις πολιτιστικές του μορφοποιήσεις (όμιλοι κλπ). Πως λοιπόν αυτός που μετέχει σε αυτές τις οργανώσεις και μορφοποιήσεις μπορεί να βιώσει αποτελεσματικά έναν δυισμό (μέλος του «μέρους» και του «όλου» ταυτόχρονα) που να μην ακυρώνει ούτε την αμεσοδημοκρατική του ταυτότητα αλλά ούτε και την πολιτική του μερική συνειδητότητα, η οποία σε καμία περίπτωση δεν εξαντλείται σε μια δημοκρατικοσυγκεντρωτική ή χειραγωγητική πρακτική; Ας θυμηθούμε εδώ ότι ακόμη και το αντιλενινιστικό κίνημα του συμβουλιακού κομμουμισμού τουλάχιστον στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 καθόλου δεν απέρριπτε τη συνειδητή παρέμβαση οργανώσεων ή ατόμων επαναστατών στις συμβουλιακές διαδικασίες (κείμενα των Μάττικ,.Ρύλε και πολλών άλλων). Σίγουρα, η λύση δεν είναι η αποβολή ή η απόκρυψη των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων από τους θεσμούς αυτούς (ας θυμηθούμε ότι σε όλες τις αμεσοδημοκρατικές μορφοποιήσεις του παρελθόντος με πρώτη τη Γαλλική Επανάσταση έδρασαν διαφορετικά κόμματα επηρεάζοντας και θετικά την εξέλιξή τους με τις στρατηγικές τους εμπνεύσεις και πρακτικές). Προφανώς, το πρόβλημα και η λύση του σχετίζονται με έναν νέο πολιτικό πολιτισμό α) του «μέρους» που δεν θα κατευθύνεται προς την άλωση του «όλου» αλλά προς τη στρατηγική του εμβάθυνση ( ¨οι κομμουνιστές είναι αυτοί που βλέπουν το σύνολο του ταξικού μετώπου και συμφέροντος») β) του «όλου» που δεν θα φοβάται ή απεχθάνεται τα «μέρη» αλλά θα τα εντάσσει οργανικά στο εσωτερικό του . Το ζήτημα σχετίζεται επίσης και με το προαναφερθέν πρόβλημα μιας κουλτούρας διαρκούς δημόσιας συμμετοχής και πέραν των οργανώσεων, κάτι που σήμερα είναι ζητούμενο και όχι δεδομένο.
Το πρόβλημα περαιτέρω ενός κινδύνου ομογενοποίησης του «συνελευσιακού»- συμβουλιακού θεσμού μέσα από την λογική «όλοι είμαστε πρόσωπα και τίποτε παραπάνω» ενέχει και μια άλλη τυχόν αμφιλεγόμενη κατεύθυνση. Η αμεσοδημοκρατική λογική για τη δημοκρατία έλκει μεγάλο μέρος από τη δογματική της θεμελίωση στο ρουσσωϊσμό . Όμως, ο ρουσσωϊσμός παρ’όλα τα θετικά του και την ενεργή επίδραση που άσκησε πάνω στον Μαρξ ή και στον Μπακούνιν δεν είναι μια θεωρία χωρίς προβλήματα. Ακριβώς επειδή ο ρουσσωϊκός λαός δεν γνωρίζει κοινωνικές, ταξικές ή και ιδεολογικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του , η μόνη αντίθεση που μπορεί να αναγνωρίσει είναι αυτή ανάμεσα στο «άτομο» και στο «όλο» , επιλυόμενη βασικά υπέρ του «όλου» (βλ.εδώ και τις παρατηρήσεις του νεαρού έργου του Κολέττι) . Η αναγωγή σε μια «ρουσσωϊκή», απολύτως ενοποιητική παράσταση του «όλου», δεν θα διευκόλυνε ούτε τη δράση του ενεργού ατόμου/ προσώπου/ πολίτη αλλά και θα συγκάλυπτε τις μερικότητες και διαφορετικές ή και ανισόμετρες συλλογικές συνειδητότητες υπέρ του ενοποιημένου όλου.
Ο κίνδυνος που θα προέκυπτε θα ήταν αυτός της επικράτησης μιας «μέτριας» ελαχιστοποιημένης κοινωνικής συνείδησης προκειμένου να μην αναφανούν οι διαφορές και κινδυνεύσει να «κερματισθεί» το όλον. Ένας φόβος σαν αυτόν που αισθάνθηκε ο Καρλ Σμιττ από την εισδοχή και άλλων κοινωνικών τάξεων στο σώμα της μαζικής δημοκρατίας. Πιστεύουμε ότι το πρόβλημα τίθεται κυρίως όχι από την σκοπιά του φιλελευθερισμού αλλά από εκείνη της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, η οποία δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα από την απόκρυψη ή την ελαχιστοποίηση της συμβολής των οργανώσεών της και των οργανωμένων αγωνιστών της : αντίθετα, ένα σώμα πολιτικά γυμνών ατόμων θα μπορούσε να συλλειτουργήσει με μια θέαση ακραίου ατομισμού , καθώς ο ακραίος ατομικισμός και ο ολοκληρωτισμός είναι δυο θεωρίες αλληλοσυμπληρούμενες και όχι αλληλοαποκλειόμενες (και Χ.Άρεντ «Το ολοκληρωτικό σύστημα», σε μια δεύτερη ανάγνωση ) .
Το τελευταίο ζήτημα που θα θέλαμε να αναδείξουμε μέσα από τη μελέτη του Γ.Λ. είναι αυτό του «ατομικισμού» και του πλούσιου κοινωνικά ατόμου. Είναι ορθή η παρατήρηση του Γ.Λ. ότι οι τεχνολογικές και κοινωνικές δεξιότητες του σύγχρονου ατόμου (αλλα ορθά όχι η απόλυτα «διαδικτυακή» του μορφοποίηση) συμβάλλουν θετικά σε έναν σύγχρονο επαναπροσδιορισμό της ριζοσπαστικής δημοκρατίας. . Χωρίς καθόλου να θέλουμε να υποβαθμίσουμε τον ρόλο μιας δραστήριας και ενεργού ατομικότητας στη ριζοσπαστική δημοκρατία- η οποία, σίγουρα, χωρίς αυτόν τον παράγοντα θα κατέληγε γρήγορα κλινικά νεκρή- πιστεύουμε ότι το κοινωνικό κίνημα δεν μπορεί να οικειοποιηθεί τη θέση ή έστω και τον προσδιορισμό του «ατομικισμού» και του «ατομικιστικού πνεύματος» (σελ. 32, Γ.Λ.) . Δεν χρειάζεται να πάμε μέχρι το εμβριθές έργο του Μακφέρσον για τον ιδιοκτησιακό ατομικισμό ούτε να αντικρούσουμε τον ατομικιστικό αναρχισμό αλά Στίρνερ. Το « κοινωνικά προσδιορισμένο και δραστήριο άτομο» βρίσκεται σε μια καθεστωτική αντιπαλότητα με την έννοια του «ατομικισμού», ο οποίος έχει πάντοτε χομπσιανή ανάγνωση και ερμηνεία και ορθά – είναι το καθεστώς του «πολέμου όλων εναντίον όλων» και δεν μπορεί να συνυπάρξει με τη θετική/ ενεργητική ελευθερία του συμμετέχειν, όπως μας έρχεται από την αρχαία Αθήνα ή και από την αρχέγονη δημοκρατία των γενών στο έργο του Φρ.Ένγκελς. Το πολύ πολύ μπορεί να διεκδικήσει από το κράτος την έναντι αυτού ή και τρίτων αρνητική/ ατομική ελευθερία του.
Το βιβλίο του Γ.Λ. θέτει εξαιρετικά ενδιαφέροντα ερωτήματα και καταφέρνει σε σημαντικό βαθμό να τα απαντήσει. Η ευρυμάθεια του συγγραφέα, η εκφραστική του αυστηρότητα και το διαλεκτικό του πνεύμα δεν θα ήταν τόσο γόνιμα αν δεν συνοδεύονταν και από την πλούσια κινηματική του εμπειρία . Χάρη σε αυτήν διαλέγει το επωφελές από το άχρηστο αλλά και κατανοεί σε βάθος τη ρηχότητα και προβληματικότητα ερμηνευτικών σχημάτων όπως η «Αυτοκρατορία» των Νέγκρι και Χαρντ.
Ελπίζουμε, λοιπόν, ότι αυτή τη σημαντική του γραπτή δημόσια παρέμβαση θα ακολουθήσουν σύντομα και άλλες.
Το πέρασμα στη μαζική δημοκρατία ιδίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ( βλ. και Γ. Ανιόλι «Ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας», 1972, Λ. Φεραγιόλι «Υπάρχει αντιπροσωπευτική δημοκρατία», 1975 ) δεν πρέπει αβίαστα να υποτιμηθεί : σήμαινε την καθολική ψήφο, τη ραγδαία άνοδο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων/ συνδικάτων και των μαζικών ΚΚ αλλά και την επιβολή στο κεφάλαιο των κοινωνικών δικαιωμάτων και συστημάτων κοινωνικής προστασίας . Δεν πρέπει, και εδώ ο Γ.Λ. έχει απόλυτο δίκαιο, να υπερτιμηθεί κιόλας ή να αποκρυβούν οι σκοτεινές όψεις του : σήμαινε ακόμη την απρόσωπη μαζική κουλτούρα, ένα τεράστιο σύστημα μαζικού κοινωνικού ελέγχου, τη διαμόρφωση της ένταξης/ προβολής των λαϊκών συμφερόντων στο αστικό μακροπρόθεσμο συμφέρον («εκπροσώπηση των κάτω » «αντιπροσώπευση των πάνω» ) , την καταστροφή και λήθη των παλαιότερων θεσμών λαϊκού και εργατικού πολιτισμού. Ουσιαστικά , το «μαζικό δημοκρατικό κράτος» του ύστερου φιλελευθερισμού υπήρξε ο μαχητικός εχθρός των συμβουλίων είτε αυτών του 17-23 είτε εκείνων του 1934-1937 είτε τέλος των όποιων αντανακλάσεών τους στην περίοδο 1965-1977 . Ακόμη, χειρότερα, στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης –καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης μετά το 1980, τα μαζικά δημοκρατικά αστικά και εργατικά κόμματα του μεταπολέμου υφίστανται μια ακόμη βαθύτερη και πιο βάρβαρη «μεταδημοκρατική» διαταραχή ( Κόλιν Κράουτς 2006) .Παύουν να εκπροσωπούν στρεβλά τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα στο μακροπρόθεσμο αστικό συμφέρον («στο έθνος») και αποδεσμεύονται από τις όποιες κοινωνικές δεσμεύσεις τους – πλέον πανάκεια θα είναι οι απαιτήσεις του εθνικού κεφαλαίου και της διεθνικής του ένταξης, ενώ η εκπροσώπηση θα έχει το νόημα μόνον μικροδιευθετήσεων και μικροσυμβιβασμών. Αυτή την πραγματικότητα ακριβώς θα έχει να αντιμετωπίσει μια αμεσοδημοκρατική προοπτική Αυτή η πραγματικότητα σημαίνει ολωσδιόλου την επιβολή ενός «ζοφερού αγοραίου οίκου» επί της «πόλεως», με τους όρους του Γ.Λ. , καθώς και την ολοκλήρωση της καταστροφής της δημόσιας σφαίρας, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει (Χάμπερμας 1967) να αποδιαρθρώνεται και εντός του μαζικοδημοκρατικού κοινωνικού κράτους του δεύτερου ημίσεος του 20ου αιώνα ως αποτέλεσμα της ήττας των δυο ριζικά αντίθετων κοινωνικών πόλων, της τιμοκρατικής αντιπροσώπευσης των αστών του 19ου αιώνα αλλά και του συστήματος των συμβουλίων μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ας θυμηθούμε εδώ (Κρίστοφερ Λας, Μάικ Ντέηβις ) ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν ήταν μόνο οι εργαζόμενοι που άρχισαν να εξοβελίζονται από την αποδιαρθρούμενη δημόσια σφαίρα αλλά και οι διεθνοποιημένοι αστοί , επίσης, που άρχισαν μαζικά να την εγκαταλείπουν φεύγοντας στα «προάστεια» ή αφικνούμενοι στην αυτοκρατορική υπερτοπική πραγματικότητα!.
Το ζήτημα της εγκατάστασης, θέσμισης και διαρκούς λειτουργίας αμεσοδημοκρατικών θεσμών θέτει δυο σοβαρά προβλήματα στη μαρξιστική, στην αναρχική αλλά και σε κάθε άλλη μορφή χειραφετητικής κοινωνικής θεωρίας, η οποία στρέφεται όχι μόνο κατά της ταξικής εκμετάλλευσης αλλά και κάθε φενακισμένης και «αλλοτριωτικής» πολιτικής διαμεσολάβησης . Ο Γ.Λ. φαίνεται να έχει σαφή επίγνωση και των δυο αυτών, συναφών άλλωστε μεταξύ τους, προβλημάτων. Α)Το πρώτο ζήτημα αφορά στη σχέση κράτους και πολιτικής . Αν η πολιτική αφορά όχι μόνο τους μηχανισμούς καταναγκαστικής κυριάρχησης αλλά και τους μηχανισμούς δημόσιας πολιτικής διαβούλευσης – τόσο αυτούς που έχουμε παραλάβει από την παράδοση της αρχαίας Αθήνας και των συμβουλίων όσο και εκείνους τους πιο «ελλειμματικούς» που έχουμε παραλάβει από την παράδοση της αντιπροσωπευτικής αστικής δημοκρατίας- τίθεται ένα μεγάλο ζήτημα αν ο επαγγελόμενος από τον Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα και αλλού μαρασμός του κράτους μπορεί να ισοδυναμεί και με τον μαρασμό της δημόσιας πολιτικής διαβούλευσης, αν δηλαδή η τελευταία θα συμπεριληφθεί στην αντικατάσταση της διακυβέρνησης των ανθρώπων από τη διαχείριση των πραγμάτων. Νομίζουμε – και σε αυτό συμφωνούμε με τον Γ.Λ. – ότι αυτή η ερμηνεία θα κινδύνευε να μετατρέψει τον μαρξισμό σε ένα τεχνοκρατικό κοινωνικό όραμα : μεγιστοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης , τεχνοκρατική οργάνωση των αυτοματοποιημένων μηχανισμών παραγωγής , πλήρης υποκατάσταση της διαβούλευσης από έναν υπερκαταναλωτικό δυνάμει παραγωγό ή παίκτη κλπ. Θα φτάναμε δηλαδή σε μια πλήρη υποκατάσταση της «πόλεως» από τον «οίκον» κατά την ορολογία του Γ.Λ. και σε μια «κομμουνιστική» επικαιροποίηση του φιλελεύθερου οράματος. Αντίθετα, αυτό που οφείλουμε να επιδιώκουμε είναι η παράλληλη με την κατάλυση της κυριαρχίας και της εξουσίασης και των εκτελεστικών τους μηχανισμών γενίκευση των θεσμών δημόσιας διαβούλευσης ώστε να συμπεριλάβει ένα πολύ σημαντικό τμήμα της οργάνωσης της κοινότητας και στα δημόσια αλλά και στα «ιδιωτικά» της καθήκοντα και λειτουργίες (άλλη μια διάκριση, η οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί ολοκληρωτικά ) .Αν λοιπόν αυτή είναι η προοπτική , η κατεύθυνση των αυτοδιαχειριζόμενων τοπικών και γενικών κοινοτήτων δεν θα χαρακτηρίζει μόνο τη μεταβατική περίοδο προς τον κομμουνισμό αλλά και το ίδιο το κομμουνιστικό «καθεστώς». Και εδώ ο Γ.Λ. απαντα θετικά προς αυτήν την κατεύθυνση.
Β) Επιπλέον, η δυναμική της γενικευμένης δημόσιας διαβούλευσης σηματοδοτεί μια σχετική «χειραφέτηση» από τα οικιακά-οικονομικά-παραγωγικά προβλήματα , αν θέλει να είναι διαρκής και αποτελεσματική. Θα ήταν δύσκολο να προδιαγράψουμε σήμερα με ευκολία μια πραγματικότητα , όπου ο έντονα και βαρειά εργαζόμενος/η και ταυτόχρονα ασχολούμενος με έντονες οικιακές ανάγκες με τη στενή έννοια θα ήταν σε θέση να ασχολείται διαρκώς και αν μετέχει σε ένα καθεστώς δημόσιας διαβούλευσης. Μάλιστα, θα μπορούσε εδώ να συμπληρώσει κανείς με ένα πικρό συναίσθημα στην ψυχή ότι η ήττα των προλεταριακών και σοσιαλιστικών γενικότερα επαναστάσεων του 20ου αιώνα είχε μεγάλη σχέση με αυτή την τάση κόπωσης και απόσυρσης των λαϊκών τάξεων σε μαζική κλίμακα από τις διαδικασίες αυτοθέσμισης των πρώτων χρόνων κάθε επανάστασης και όχι απλώς με την κακοβουλία κάποιων σκοτεινών συνωμοτών γραφειοκρατών. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα πρέπει να σκεφτούμε βαθύτερα ποιοι πολιτικοί, πολιτιστικοί και υλικοί μηχανισμοί (καθώς το ζήτημα της παραγωγικής μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας εμπλέκεται και αυτό στη συζήτηση) μπορούν να επικαιροποιούν στο διηνεκές την τάση για επαναστατική και αυτοδιευθυνόμενη δημόσια διαβούλευση. Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μια άγρια καπιταλιστική πραγματικότητα όπου οι άνθρωποι θα δουλεύουν όλο και περισσότερο για να συγκεντρώνουν τα αναγκαία προς το ζην αλλά και όπου ειδικότερες μερίδες του εργατικού δυναμικού όπως οι γυναίκες θα συνεχίσουν να ασκούν διπλά παραγωγικά καθήκοντα. Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, η απογύμνωση της υπαρκτής κοινοβουλευτικής δημόσιας σφαίρας δημιουργεί εναλλακτικές δυνατότητες , καθώς η καταστροφή κάθε παλαιάς σχέσης και δεσμού κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης εντείνει την καταστροφή και κάθε αυταπάτης «ψευδούς διαμεσολάβησης» και βάζει το μαχαίρι στο λαιμό για τη συγκρότηση μιας «άλλης πόλεως» προκειμένου να περισωθεί κατά το δυνατό και ο «οίκος» των λαϊκών και εργαζόμενων τάξεων.
Για να έλθουμε στα δυσχερέστερα σημεία : ένα ιδιαίτερα κρίσιμο και «δύσκολο» για το κίνημα ζήτημα που συμφύεται με εκείνο της άμεσης δημοκρατίας είναι αυτό του «όλου» , του πολιτικού σώματος και του κομματικού κερματισμού του. Με λίγα λόγια , πως μπορεί το «όλο» να μην απορροφηθεί από τις υστεροβουλίες και τα απώτερα στρατηγήματα των μερών χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την πολυμορφία του αλλά και την ανισόμετρη ανάπτυξη των συνειδήσεων στο εσωτερικό του ; ακόμη πιο συγκεκριμένα , τι θα κάνουμε με τα αριστερά κόμματα και οργανώσεις αλλά και με τις ελευθεριακές και αναρχικές οργανώσεις εντός του «αμεσοδημοκρατικού όλου» ; Το ζήτημα τέθηκε στις «πλατείες». Mε ενάργεια ο Γ.Λ. εξηγεί πως ο χώρος για την ανάπτυξη του δημόσιου διαλόγου μπορεί να γίνει αντικείμενο πάλης για την νομή ανάμεσα στα «μέρη» ή και ανάμεσα στο «όλο» και στα «μέρη». Η πάλη για την νομή αλλά και για τον νόμο του αμεσοδημοκρατικού χώρου (κοινή ρίζα) μπορεί να σημαίνει και την εκδίωξη ακόμη ενός ιδιαίτερα μαχητικού και «εγωκεντρικού» μέρους , το οποίο φέρεται ότι θέλει να παραβιάσει τη δυναμική της λειτουργίας του «όλου» (περ. ΚΚΕ-μ-λ σελ. 44 παρ. 14) . Ο Γ.Λ. απαντά με σαφή τρόπο σε αυτή τη δύσκολη διαλεκτική γράφοντας ότι κάθε υποκείμενο μετέχει στη συνέλευση ή στο σοβιέτ ως πρόσωπο χωρίς όμως αυτό να αναιρεί τη συμμετοχή του από τις άλλες συλλογικότητες όπου επίσης συμμετέχει. Η απάντηση αυτή εκκινεί και από τον φόβο μετατροπής του «όλου» σε ένα κοινοβούλιο της Άκρας ή και της μετριοπαθούς Αριστεράς, μια επιφύλαξη αρκετά διαδεδομένη και όχι παράλογα στο κίνημα των πλατειών της περασμένης άνοιξης. Η απάντηση είναι μεν ενδιαφέρουσα και ελκτική αλλά θα ήθελε κάποια παραπάνω ανάπτυξη . Ακόμη και αν δεχθούμε ως απολύτως πεπαλαιωμένο και αναχρονιστικό ένα μοντέλλο δημοκρατικοσυγκεντρωτικής λειτουργίας των «επαναστατών» μέσα σε ένα τέτοιο θεσμό ως «όλο» , δεν έχουμε τελειώσει με το ζήτημα. Το εργατικό κίνημα έχει διαμορφωθεί ιστορικά μέσα από τις πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις του ή ακόμη και τις πολιτιστικές του μορφοποιήσεις (όμιλοι κλπ). Πως λοιπόν αυτός που μετέχει σε αυτές τις οργανώσεις και μορφοποιήσεις μπορεί να βιώσει αποτελεσματικά έναν δυισμό (μέλος του «μέρους» και του «όλου» ταυτόχρονα) που να μην ακυρώνει ούτε την αμεσοδημοκρατική του ταυτότητα αλλά ούτε και την πολιτική του μερική συνειδητότητα, η οποία σε καμία περίπτωση δεν εξαντλείται σε μια δημοκρατικοσυγκεντρωτική ή χειραγωγητική πρακτική; Ας θυμηθούμε εδώ ότι ακόμη και το αντιλενινιστικό κίνημα του συμβουλιακού κομμουμισμού τουλάχιστον στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 καθόλου δεν απέρριπτε τη συνειδητή παρέμβαση οργανώσεων ή ατόμων επαναστατών στις συμβουλιακές διαδικασίες (κείμενα των Μάττικ,.Ρύλε και πολλών άλλων). Σίγουρα, η λύση δεν είναι η αποβολή ή η απόκρυψη των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων από τους θεσμούς αυτούς (ας θυμηθούμε ότι σε όλες τις αμεσοδημοκρατικές μορφοποιήσεις του παρελθόντος με πρώτη τη Γαλλική Επανάσταση έδρασαν διαφορετικά κόμματα επηρεάζοντας και θετικά την εξέλιξή τους με τις στρατηγικές τους εμπνεύσεις και πρακτικές). Προφανώς, το πρόβλημα και η λύση του σχετίζονται με έναν νέο πολιτικό πολιτισμό α) του «μέρους» που δεν θα κατευθύνεται προς την άλωση του «όλου» αλλά προς τη στρατηγική του εμβάθυνση ( ¨οι κομμουνιστές είναι αυτοί που βλέπουν το σύνολο του ταξικού μετώπου και συμφέροντος») β) του «όλου» που δεν θα φοβάται ή απεχθάνεται τα «μέρη» αλλά θα τα εντάσσει οργανικά στο εσωτερικό του . Το ζήτημα σχετίζεται επίσης και με το προαναφερθέν πρόβλημα μιας κουλτούρας διαρκούς δημόσιας συμμετοχής και πέραν των οργανώσεων, κάτι που σήμερα είναι ζητούμενο και όχι δεδομένο.
Το πρόβλημα περαιτέρω ενός κινδύνου ομογενοποίησης του «συνελευσιακού»- συμβουλιακού θεσμού μέσα από την λογική «όλοι είμαστε πρόσωπα και τίποτε παραπάνω» ενέχει και μια άλλη τυχόν αμφιλεγόμενη κατεύθυνση. Η αμεσοδημοκρατική λογική για τη δημοκρατία έλκει μεγάλο μέρος από τη δογματική της θεμελίωση στο ρουσσωϊσμό . Όμως, ο ρουσσωϊσμός παρ’όλα τα θετικά του και την ενεργή επίδραση που άσκησε πάνω στον Μαρξ ή και στον Μπακούνιν δεν είναι μια θεωρία χωρίς προβλήματα. Ακριβώς επειδή ο ρουσσωϊκός λαός δεν γνωρίζει κοινωνικές, ταξικές ή και ιδεολογικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του , η μόνη αντίθεση που μπορεί να αναγνωρίσει είναι αυτή ανάμεσα στο «άτομο» και στο «όλο» , επιλυόμενη βασικά υπέρ του «όλου» (βλ.εδώ και τις παρατηρήσεις του νεαρού έργου του Κολέττι) . Η αναγωγή σε μια «ρουσσωϊκή», απολύτως ενοποιητική παράσταση του «όλου», δεν θα διευκόλυνε ούτε τη δράση του ενεργού ατόμου/ προσώπου/ πολίτη αλλά και θα συγκάλυπτε τις μερικότητες και διαφορετικές ή και ανισόμετρες συλλογικές συνειδητότητες υπέρ του ενοποιημένου όλου.
Ο κίνδυνος που θα προέκυπτε θα ήταν αυτός της επικράτησης μιας «μέτριας» ελαχιστοποιημένης κοινωνικής συνείδησης προκειμένου να μην αναφανούν οι διαφορές και κινδυνεύσει να «κερματισθεί» το όλον. Ένας φόβος σαν αυτόν που αισθάνθηκε ο Καρλ Σμιττ από την εισδοχή και άλλων κοινωνικών τάξεων στο σώμα της μαζικής δημοκρατίας. Πιστεύουμε ότι το πρόβλημα τίθεται κυρίως όχι από την σκοπιά του φιλελευθερισμού αλλά από εκείνη της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, η οποία δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα από την απόκρυψη ή την ελαχιστοποίηση της συμβολής των οργανώσεών της και των οργανωμένων αγωνιστών της : αντίθετα, ένα σώμα πολιτικά γυμνών ατόμων θα μπορούσε να συλλειτουργήσει με μια θέαση ακραίου ατομισμού , καθώς ο ακραίος ατομικισμός και ο ολοκληρωτισμός είναι δυο θεωρίες αλληλοσυμπληρούμενες και όχι αλληλοαποκλειόμενες (και Χ.Άρεντ «Το ολοκληρωτικό σύστημα», σε μια δεύτερη ανάγνωση ) .
Το τελευταίο ζήτημα που θα θέλαμε να αναδείξουμε μέσα από τη μελέτη του Γ.Λ. είναι αυτό του «ατομικισμού» και του πλούσιου κοινωνικά ατόμου. Είναι ορθή η παρατήρηση του Γ.Λ. ότι οι τεχνολογικές και κοινωνικές δεξιότητες του σύγχρονου ατόμου (αλλα ορθά όχι η απόλυτα «διαδικτυακή» του μορφοποίηση) συμβάλλουν θετικά σε έναν σύγχρονο επαναπροσδιορισμό της ριζοσπαστικής δημοκρατίας. . Χωρίς καθόλου να θέλουμε να υποβαθμίσουμε τον ρόλο μιας δραστήριας και ενεργού ατομικότητας στη ριζοσπαστική δημοκρατία- η οποία, σίγουρα, χωρίς αυτόν τον παράγοντα θα κατέληγε γρήγορα κλινικά νεκρή- πιστεύουμε ότι το κοινωνικό κίνημα δεν μπορεί να οικειοποιηθεί τη θέση ή έστω και τον προσδιορισμό του «ατομικισμού» και του «ατομικιστικού πνεύματος» (σελ. 32, Γ.Λ.) . Δεν χρειάζεται να πάμε μέχρι το εμβριθές έργο του Μακφέρσον για τον ιδιοκτησιακό ατομικισμό ούτε να αντικρούσουμε τον ατομικιστικό αναρχισμό αλά Στίρνερ. Το « κοινωνικά προσδιορισμένο και δραστήριο άτομο» βρίσκεται σε μια καθεστωτική αντιπαλότητα με την έννοια του «ατομικισμού», ο οποίος έχει πάντοτε χομπσιανή ανάγνωση και ερμηνεία και ορθά – είναι το καθεστώς του «πολέμου όλων εναντίον όλων» και δεν μπορεί να συνυπάρξει με τη θετική/ ενεργητική ελευθερία του συμμετέχειν, όπως μας έρχεται από την αρχαία Αθήνα ή και από την αρχέγονη δημοκρατία των γενών στο έργο του Φρ.Ένγκελς. Το πολύ πολύ μπορεί να διεκδικήσει από το κράτος την έναντι αυτού ή και τρίτων αρνητική/ ατομική ελευθερία του.
Το βιβλίο του Γ.Λ. θέτει εξαιρετικά ενδιαφέροντα ερωτήματα και καταφέρνει σε σημαντικό βαθμό να τα απαντήσει. Η ευρυμάθεια του συγγραφέα, η εκφραστική του αυστηρότητα και το διαλεκτικό του πνεύμα δεν θα ήταν τόσο γόνιμα αν δεν συνοδεύονταν και από την πλούσια κινηματική του εμπειρία . Χάρη σε αυτήν διαλέγει το επωφελές από το άχρηστο αλλά και κατανοεί σε βάθος τη ρηχότητα και προβληματικότητα ερμηνευτικών σχημάτων όπως η «Αυτοκρατορία» των Νέγκρι και Χαρντ.
Ελπίζουμε, λοιπόν, ότι αυτή τη σημαντική του γραπτή δημόσια παρέμβαση θα ακολουθήσουν σύντομα και άλλες.














