Υπάρχουν πολλές ταινίες, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, κάνουν αναφορά στον εμφύλιο. Κάποιες γυρίστηκαν την περίοδο της Δικτατορίας και δεν προβάλλονται πλέον, αφού ο πρωτόγονος αντικομμουνιστικός τους λόγος, σήμερα ξενίζει. Μετά τη μεταπολίτευση, αρκετές παραπέμπουν σε αυτό το ιστορικό γεγονός ή στις συνέπειές του. (Ενδεικτικά «η Κάθοδος των Εννιά», «ο Θίασος», «οι Κυνηγοί», τα ντοκυμανταίρ η «Παράσταση για ένα Ρόλο» και η «Ηλικία της Θάλασσας» κλπ). Όμως ο εμφύλιος, ή αποτελεί το φόντο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η υπόθεση, ή είναι μέρος μίας μεγαλύτερης ιστορικής περιόδου που μπορεί να ξεκινάει από τη Μικρασιατική καταστροφή και να φτάνει μέχρι τη δικτατορία. Η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη, «Ψυχή Βαθιά» είναι ίσως η πρώτη ταινία που γυρίζεται μετά τη δικτατορία και έχει αποκλειστικό θέμα τον εμφύλιο, και μάλιστα την τελευταία μάχη στο Γράμμο που ουσιαστικά θα σημάνει και το τέλος των εχθροπραξιών με την ήττα του ΔΣΕ και την υποχώρηση των δυνάμεών του στην Αλβανία.
Το θέμα της ταινίας δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευρηματικό. Παρακολουθούμε την πορεία δύο αδελφών 14 και 17 χρόνων, που επιστρατεύονται(;) από τις δύο αντίπαλες παρατάξεις, καθώς γνωρίζουν καλά τα περάσματα της περιοχής. Ο πρώτος με το Δημοκρατικό στρατό και ο δεύτερος με τον Κυβερνητικό. Ανεξάρτητα από τον τρόπο που ο σκηνοθέτης προσεγγί ζει το θέμα του, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της ταινίας αποτελεί η όσο το δυνατόν πιο ακριβής αποτύπωση των γεγονότων αλλά κυρίως του κλίματος της εποχής. Ειδικά όταν ο ίδιος ο Παντελής Βούλγαρης δηλώνει στις συνεντεύξεις του: «μετά από 60 χρόνια, προσπάθησα να είμαι δίκαιος». Για τον ίδιο λόγο επισημαίνει ότι η ταινία του είναι προϊόν μελέτης ετών (για την ακρίβεια περισσότερων από δέκα). «Εγώ μπορώ να πω τώρα πως είμαι ένας ιστορικός του εμφυλίου. Μελέτησα, μίλησα με ανθρώπους που ήταν μάρτυρες, έκανα την ταινία και έζησα αρκετά εκεί στα βουνά.» «Διαβάσατε πολύ; Πάρα πολύ σχεδόν τα πάντα». [1]
Ανακρίβειες;
Όμως παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις, η ταινία φαίνεται να βρίθει από ιστορικές και όχι μόνο ανακρίβειες. Κατ΄ αρχάς ο τίτλος της ταινίας. «Ψυχή Βαθιά». Κατά την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία το «ψυχή βαθιά» αποτελεί προσφώνηση των μαχητών του ΔΣΕ. (Κατά λέξη; «σύνθημα των ανταρτών») Ο ίδιος ο σκηνοθέτης μάλιστα ισχυρίζεται ότι αν και προσπάθησε να είναι αντικειμενικός επέλεξε αυτόν τον τίτλο αφού «Η καρδιά μου είναι αριστερή. Είναι γνωστό αυτό».[2] Όμως η συγκεκριμένη φράση μάλλον δεν έχει καμία σχέση με το ΔΣΕ. Για την ακρίβεια εμπνευστής της ήταν ο ταγματάρχης του ΕΛΑΣ Μιχάλης Παπαζήσης, που την χρησιμοποίησε πρώτη φορά σε μάχη τμημάτων του 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που είχαν κυκλωθεί από τους Γερμανούς. Υπάρχει μάλιστα το ομώνυμο ποίημα του αντιστασιακού ηθοποιού Αιμίλιου Βεάκη που αναφέρεται τόσο στο πρόσωπο όσο και στο συγκεκριμένο γεγονός.[3] Έκτοτε, η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε μόνο από τους αντάρτες του ίδιου τάγματος και μάλιστα για ένα σύντομο χρονικό δι άστημα.
Καμία σχέση με τον ΔΣΕ, δεν έχει και η χρήση του όρου «καπετάνιος» που αναφέρεται στους επικεφαλής των ανταρτών και χρησιμοποιείται ευρέως στην ταινία. (Καπετάν Αη τός, καπετάν Ντούλας). Ο «καπετάνιος» του ΕΛΑΣ, βαθμός σημαντικός και ίσης αξίας με το βαθμό του διοικητή σε όλους τους στρατιωτικούς σχηματισμούς (λόχος, τάγμα κλπ) είχε αντικατασταθεί στο ΔΣΕ από τον «Πολιτικό Επίτροπο». Λεπτομέρεια βέβαια αλλά σημαντική εάν προστεθεί και στις εμφανισιακές επιλογές που έκανε ο σκηνοθέτης της ταινίας για τους αξιωματικούς του ΔΣΕ. Ατημέλητοι και χαρακτηριστικά μακρυμάληδες, περισσότερο προσομοιάζουν με Ινδιάνους των ταινιών του Χόλυγουντ. Μπορεί η πλούσια κόμη (απαραίτητα όμως συνοδευόμενη από γένια) να παραπέμπει στα αντάρτικα σύμβολα του ΕΛΑΣ, όμως αυτός ο συμβολισμός ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από τον ΔΣΕ. Αντίθετα ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, η εμφάνιση των μαχητών του ήταν αντίστοιχη της εμφάνισης στρατιωτών ενός τακτικού στρατού. Άλλωστε υπάρχει πληθώρα φωτογραφιών της εποχής που μάλλον θα έπρεπε να έχει δει και ο σκηνοθέτης. Το ίδιο ανιστόρητη είναι και η σκηνή του σάκου με το κομμένο κεφάλι για το οποίο (τουλάχιστον κατά το δημοσιογράφο της εφημερίδας που όμως δεν διαψεύδεται από το σκηνοθέτη) ευθύνονται οι αντάρτες.[4] Αλλά η συλλογή και περιφορά κομμένων κεφαλών αποτέλεσε αποκλειστικό σπορ των «εθνικών δυνάμεων» πριν ακόμα ξεκινήσει ο εμφύλιος. (βλέπε τα κεφάλια των Άρη και Τζαβέλλα κρεμασμένα στο φανοστάτη των Τρικάλων). Απλά με τον εμφύλιο γενικεύτηκε.
Για τον ΔΣΕ…
Όλες αυτές οι ανακρίβειες (όπως και άλλες που η παράθεσή τους θα καταντούσε απλά κουραστική) είναι μάλλον απίθα νο να έγιναν τυχαία. Ειδικά από έναν σκηνοθέτη, που ισχυρίζεται ότι μελετά το θέμα της ταινίας του για περισσότερο από δέκα χρόνια, ενώ έχει διαβάσει «σχεδόν τα πάντα». Αντίθετα, έρχονται σε απόλυτη αρμονία
με τον τρόπο που παρουσιάζεται σαν σύνολο ο Δημοκρατικός Στρατός. Πρόκειται για ένα στρατό χωρίς ιδεολογικό στίγμα. Σε ολόκληρη την ταινία, η μόνη αναφ ορά που γίνεται είναι η απλοϊκή διήγηση του επικεφαλής των μαχητών (προκειμένου να τους εμψυχώσει κάτω από μπαράζ πυροβολικού) της συνάντησής του με τον Στάλιν. Ένα πρόσωπο-σύμβολο που μάλλον προδιαθέτει αρνητικά τον θεατή. Όπως άλλωστε και γενικά η εικόνα των στελεχών. Στα όρια της υστερίας «εξετάζουν» τους αντάρτες εάν γνωρίζουν τα τραγούδια τους, μιλούν και κινούνται στα όρια της παραφροσύνης ενώ με το βάρος της ήττας κυριολεκτ ικά τρελαίνονται. Από την άλλη μεριά, οι μαχητές του ΔΣΕ, μικρά παιδιά (που ορισμένα είναι τόσο μικρά που παραπέμπουν στο αλήστου μνήμης «παιδομάζωμα»), πολεμούν και σκοτώνονται στα βουβά. Ακόμα και μπροστά στο στρατοδικείο που τους καταδικάζει σε εκτέλεση (αφού δεν μετανοούν) δεν αρθρώνουν λόγο Έτσι ο θεατής απλά δεν κατανοεί γιατί θυσιάζονται. Μάλλον όμως δεν το γνωρίζουν και οι ίδιοι, όπως το επαναλαμβάνει συστηματικά και στις δηλώσεις του ο σκηνοθέτης. Αυτός ο στρατός, για κάποιους ακατανόητους λόγους, μόνο πολεμάει. Δεν πιστεύει σε τίποτα, δεν τραγουδάει, δεν αγαπάει (έτσι χρειάζεται στρατιώτης του κυβερνητικού στρατού για να χτιστεί η ιστορία αγάπης με τη νεαρή αντάρτισσα), δεν μισεί. Και όταν μισεί (όπως στην περίπτωση της πολυβολήτριας Γιαννούλας, που τις σκότωσαν το παιδί) επιδεικνύει ιδιαίτερη βαρβαρότητα, αφού ο δολοφόνος του παιδιού ευνουχίζεται. Η απόσταση από τα «κονσερβοκούτια» παλαιότερων εποχών είναι πραγματικά ελάχιστη.
Για τον «Εθνικό Στρατό»
Από την άλλη υπάρχει και ο «εθνικός» στρατός. Εκεί η δημοκρατία και η μεγαλοψυχία περισσεύουν. Οι φαντάροι αστειέυονται, παίζουν μπάλα, πάνε στα μπουρδέλα, τραγουδάνε ρεμπέτικα, είναι ανθρώπινοι. Και δεν παύουν να δηλώνουν με κάθε τρόπο την απέχθειά τους στον πόλεμο. Όπως και οι αξιωματικοί τους. Τόσο ο ανθυπολοχαγός που πρωταγωνιστεί (μεγαλόψυχα χαρίζεται στον αντίπαλό του μετά την ήττα ή υποστηρίζει τη διάσωση του αντάρτη αδελφού) όσο και οι ανώτεροί του. Αφού διστάζουν να κάνουν χρήση των ναπάλμ που εισηγείται ο «κακός» Αμερικανός. Ή σκύβουν το κεφάλι ντροπιασμένοι, όταν ένας απλός χωρικός (Βέγγος) αναφέρεται στο άδικο του πολέμου. Ακόμα και ο επίτροπος του στρατοδικείου, σχεδόν σαν πατέρας, χωρίς υστερίες και αντικομμουνιστικές κορώνες, ζητάει τη μετάνοια των ανταρτών προκειμένου να μην τους καταδικάσει . Και με βαριά καρδιά(;), αφού αρνούνται, προχωρά στα «αναγκαία» (ας πρόσεχαν σκέφτεται ο θεατής). Πουθενά δεν διαγράφεται ο φανατισμός και το μίσος που χαρακτήρισε την «εθνικόφρονα» παράταξη τόσο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου όσο και για δεκαετίες αργότερα, και σφράγισε την ιστορία αυτού του τόπου. Ούτε βέβαια αποτυπώνονται τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις αιχμαλώτων και τραυματιών χωρίς δίκη, οι βιασμοί, η περιφορά κομμένων κεφαλιών και πτωμάτων για την τρομοκράτηση του πληθυσμού. Αντίθετα εξήντα χρόνια μετά, με τον ήρεμο, δημοκρατικό, ανθρώπινο, επαγγελματικό σε τελευταία ανάλυση, «εθνικό» στρατό, που μπορεί να δέχεται την έξωθεν πίεση αλλά κατά βάθος προβληματίζεται και δεν καταφεύγει σε αγριότητες, είναι πιο εύκολο να ταυτιστεί ο ανιστόριτος και απολιτικοποίητος θεατής.
Άλλωστε και με το τελικό μήνυμα της ταινίας κάπως έτσι συμβαίνει. Αφού εκτός από τα δύο αδέλφια που δεν τα χωρίζει κανένα μίσος, καλοί Έλληνες σκοτώνονται και από τις δύο πλευρές. Δεν υπήρξαν ταγματασφαλίτες, δοσίλογοι, συνεργάτες των Γερμανών, των Εγγλέζων και των μέχρι τώρα υπερατλαντικών συμμάχων μας. Δεν υπήρξαν συμφέροντα προσωπικά, κοινωνικά, τοπικά που οδήγησαν στη σύγκρουση. Κυρίως, δεν υπάρχουν κοινωνικά στρώματα που οι αντιθέσεις τους, οξύνονται και φθάνουν μέχρι την ένοπλη σύγκρουση.
Έτσι ο σκηνοθέτης – ιστορικός (κατά δήλωσή του) διαστρέφει όχι μόνο την ιστορία της περιόδου στην οποία αναφέρεται, αλλά και όλες τις προηγούμενες ιστορικές περιόδους. Διχασμός, βασιλικοί- βενιζελικοί, εξορίες, δικτατορίες, αιματηρές συγκρούσεις και απεργίες που έθεσαν τις βάσεις για τη διαμόρφωση των δύο στρατοπέδων, εξαφανίζονται ως διά μαγείας. Όπως και η πολιτική επιλογή του αστικού πολιτικού κόσμου της Ελλάδας, να αποδυναμωθεί το ισχυρό κίνημα της αντίστασης που συγκροτήθηκε κατά την περίοδο της κατοχής. Ένα κίνημα που έθετε -έστω και ανολοκλήρωτο- το αίτημα όχι μόνο της εθνικής αλλά και της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ένα αίτημα που έπρεπε να κατασταλεί «δια πυρός και σιδήρου».
Για τον σκηνοθέτη, ο κατά Βέγγον «πόλεμος που μας βρήκε» δηλαδή «Έλληνες να ντουφεκάνε Έλληνες» είναι ευθύνη μόνο των ξένων (επί του προκειμένου των Αμερικανών). Πράγματι, ενεργή ανάμειξη των ξένων στα εσωτερικά προβλήματα της χώρας έχουμε πριν ακόμα ιδρυθεί το νεοελληνικό κράτος. Ανάμιξη που θα συμβάλλει καθοριστικά σε πολλές «εθνικές τραγωδίες», από τη Μικρασιατική καταστροφή μέχρι και την πρόσφατη της Κύπρου. Βασικός συνεταίρος σε αυτή την ανάμιξη ήταν πάντα η συντηρητική παράταξη. Όμως σήμερα, η αλλαγή στο διεθνές γεωπολιτικό σκηνικό με τη κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι νέοι προσανατολισμοί της βορειοατλαντικής συμμαχίας αλλά και οι αντιδράσεις στις αλλαγές όχι μόνο των οικονομικών αλλά και των παραδοσιακών εθνικών δομών που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση, κάνουν αυτές τις απόψεις αποδεκτές όχι μόνο από την αριστερά αλλά και από μεγάλα τμήματα της δεξιάς παράταξης. Άλλωστε και η αριστερά με τη σειρά της, ηττημένη μετά τον εμφύλιο, διασπασμένη από τις διαμάχες στο εσωτερικό της, προσηλωμένη στο «ειρηνικό» πέρασμα προς το σοσιαλισμό τράβηξε τις δικές τις διαχωριστικές γραμμές από τον εμφύλιο. Ο οποίος, σαν γεγονός εξαφανίζεται για να προβληθεί στη θέση του η αναγκαιότητα της «εθνικής συμφιλίωσης». Μία συμφιλίωση που θα οδηγήσει το 1989 στη γνωστή «συγκυβέρνηση» και στο συμβολικό κάψιμο των «φακέλων». Έτσι και η ίδια, υπερτονίζει την ανάμειξη του ξένου παράγοντα στην ιστορική πορεία της χώρας προβάλλοντας την πατριωτική διάσταση της αντίστασης, υποβαθμίζοντας το εξεγερσιακό της μήνυμά και την αναπόφευκτη εμφύλια σύγκρουση με τη ντόπια αντίδραση.
Όμως, μία τέτοια οπτική δεν είναι «προοδευτική» πολύ περισσότερο «αριστερή». Αφού παραγνωρίζει, ότι αυτή η ανάμειξη βάδιζε και βαδίζει αρμονικά με τη στήριξη της ελληνικής άρχουσας τάξης και των επιλογών της. Που χάρις σε αυτή την ανάμειξη εξασφάλιζε την απρόσκοπτη συνέχεια και κυριαρχία της όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας αλλά και σε περιοχές που θεωρούσε και θεωρεί ότι μπορεί να ηγεμονεύσει προς όφελός της.
Επίλογος
Ίσως έγινε πολύς λόγος για μία ταινία που άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αδιάφορη ή κακή ως προς το καλλιτεχνικό της μέρος. Όμως η οπτική της έρχεται σαν συνέχεια μιας συνολικότερης προσπάθειας να ξαναγραφεί η ιστορία της εποχής. Να προβληθεί το άδικο του εμφυλίου, να προταχθεί το ανθρώπινο δράμα σε μία διαμάχη που κανείς τελικά δεν είχε δίκιο. Και το «ανάδελφο έθνος» διαγράφοντας το αμαρτωλό παρελθόν να ξαναβρεί τη συνεκτικότητα που απώλεσε εξ αιτίας των έξωθεν παρεμβάσεων. Δυστυχώς για τους εμπνευστές αυτής της προσπάθειας, ο εμφύλιος παρά την αποσιώπηση και τη διαστρέβλωση συνεχίζει να διχάζει και να εμπνέει. Άλλωστε το διακύβευμα εκείνης της εποχής παραμένει ακόμα και σήμερα απόλυτα επίκαιρο.
[1] Συνέντευξη στο περιοδικό LIFO 22/10/2009. Για ολόκληρη τη συνέντευξη δες www.lifo.gr/mag/features/1812
[2]Συνέντευξη στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Για ολόκληρη τη συνέντευξη δες http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=90577
[3] Το ίδιο ισχυρίζονται και αγωνιστές της εποχής με επιστολή τους στην εφημερίδα Αυγή.
[4] Πάντως, κρατήσατε απόλυτα τις ισορροπίες. Εκεί που βλέπεις ένα κομμένο κεφάλι σ' ένα σακί -έργο των ανταρτών-, να' σου λίγο αργότερα και τα μαντάτα για ένα άγρια δολοφονημένο βρέφος αντάρτισσας... Σαν να είναι όλα υπολογισμένα με το υποδεκάμετρο.
«Μετά από 60 χρόνια, προσπάθησα να είμαι δίκαιος -κυρίως ως προς τα νέα παιδιά: τους αντάρτες και τους φαντάρους που πρωταγωνίστησαν σε αυτόν τον κυκλώνα του αίματος, ξεκομμένοι πάνω στα βουνά, χωρίς να ξέρουν γιατί είναι εκεί.