Το ξέσπασμα της οργής που ακολούθησε, μόλις λίγες ώρες μετά τη δολοφονία του 15χρονου μαθητή δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Επί δύο χρόνια, μαθητές και φοιτητές «δέχονταν τις φροντίδες» των δυνάμεων καταστολής, στο κέντρο της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων, αντιδρώντας στην αναθεώρηση του άρθρου 16 και στον νέο νόμο για τα πανεπιστήμια.
Οι κινητοποιήσεις τους οδήγησαν στην κατάρρευση της συνταγματικής αναθεώρησης και στην αντικατάσταση των υπουργών Παιδείας και Δημόσιας Τάξης.[1] Ο νέος νόμος, κάτω από γενική κατακραυγή, πέρασε και εφαρμόζεται «μερικώς». Όμως οι ίδιες οι κινητοποιήσεις βοήθησαν στην αυτοοργάνωση των φοιτητών, εξοικείωσαν μία μεγάλη μερίδα νεολαίων στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής, απέδειξαν ότι η οργανωμένη και δυναμική σύγκρουση με τις κυβερνητικές επιλογές μπορεί να έχει –έστω και περιορισμένα– θετικά αποτελέσματα.

Αντίθετα, επίσης χαρακτηριστικό των τελευταίων ετών, παραμένει η αδυναμία οργάνωσης - πολύ περισσότερο επιτυχίας - των αντιστάσεων στην εφαρμογή μίας πολιτικής που πλήττει δραστικά όλο και ευρύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Έτσι όλες οι αντεργατικές ρυθμίσεις (ασφαλιστικό, περιορισμός εργασιακών δικαιωμάτων στις ΔΕΚΟ, αυξήσεις μισθών κάτω από τον πληθωρισμό, ελαστικές συμβάσεις και μερική εργασία, επιμήκυνση του χρόνου εργασίας) – παρά τις όποιες μικρές αντιδράσεις – εφαρμόζονται απρόσκοπτα. Το ίδιο απρόσκοπτα συνεχίζεται και η εκποίηση του δημόσιου πλούτου της χώρας (ΟΤΕ, λιμάνια, Ολυμπιακή). Το ίδιο απρόσκοπτα συνεχίζεται η κερδοσκοπία των τραπεζών και των μεγάλων εταιριών –που λειτουργούν σαν κράτος εν κράτει- σε βάρος του εισοδήματος μισθωτών και συνταξιούχων. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, γραφειοκρατικά κατάλοιπα ενός διαχρονικά διαπλεκόμενου μηχανισμού με την εξουσία, διατηρούν ελάχιστο κύρος μεταξύ των εργαζομένων. Όπως και η αξιωματική αντιπολίτευση, που είναι παντελώς απονομιμοποιημένη μετά από 25 χρόνια διακυβέρνησης της χώρας.
Έτσι, η κρίση του πολιτικού συστήματος –παρά τις όποιες προσπάθειες ελέγχου αναπτύσσονται από τα ΜΜΕ– βαθαίνει, αφού αυξάνονται εκείνοι, ιδιαίτερα οι νέοι, που αποστρέφουν το βλέμμα –την ελπίδα την έχουν χάσει από καιρό- από τα κόμματα και την πολιτική τους. Πολύ περισσότερο, όταν το ένα μετά το άλλο, κάνουν την εμφάνισή τους κραυγαλέα σκάνδαλα διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, διαπλοκής και πλουτισμού. Σκάνδαλα που δεν αποκαλύπτονται μέσα από μία διαδικασία ανάπτυξης του κινήματος αμφισβήτησης του κυρίαρχου πολιτικού σκηνικού, αλλά μέσα από αντιθέσεις των ίδιων των μηχανισμών της εξουσίας.[2]
Αυτή ουσιαστικά η αδυναμία αντίδρασης, δημιούργησε την ψευδαίσθηση μιας παντοδύναμης κυβέρνησης. Η έλλειψη όμως αντιδράσεων δεν σημαίνει αναγκαστικά και αποδοχή.
Έτσι η έκρηξη οργής που ακολούθησε την εν ψυχρώ δολοφονία τους ξάφνιασε όλους. Οι διαδηλώσεις –ακόμα και οι δυναμικές ενέργειες– δεν περιορίστηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά αγκάλιασαν όλη σχεδόν την επικράτεια. Ακόμα και σε νομούς με παραδοσιακά συντηρητική πολιτική πλειοψηφία όπως της Πελοποννήσου ή της Καστοριάς ή σε πόλεις με μικρό αριθμό κατοίκων πχ η Νάξος, ο Πόρος, η Σαντορίνη.
Για την κυβέρνηση
Η ίδια η κυβέρνηση, μέσα στο πλαίσιο της αλαζονικής της διακυβέρνησης, θεώρησε ότι το συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να αντιμετωπιστεί με τις «συνήθεις πρακτικές».[3] Έτσι οι δυνάμεις καταστολής κατέλαβαν το κέντρο της Αθήνας από το Σάββατο το βράδυ (όπως και την Κυριακή) και το μετέτρεψαν σε θάλαμο αερίων. Όμως η δυναμική των συγκρούσεων ήταν πρωτόγνωρη όπως και η μαζική παρουσία κόσμου μέχρι τις πρωινές ώρες. Το ίδιο επαναλήφθηκε και την Κυριακή όταν χιλιάδες κόσμου συγκεντρώθηκαν χωρίς ουσιαστικά να ενημερωθούν από τον τύπο ή τα ελεγχόμενα ΜΜΕ. Τη Δευτέρα, παρά την καταστολή της Κυριακής, η απογευματινή συγκέντρωση ήταν μεγαλειώδης. Ήδη είχε αρχίσει να αποκαλύπτεται το μέγεθος της υπόθεσης και οι μαθητές μπήκαν δυναμικά στο παιχνίδι με διαδηλώσεις έξω από δεκάδες αστυνομικά τμήματα. Η συμμετοχή τους στις κινητοποιήσεις για όλο το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστική. Αυτή η δυναμική των κινητοποιήσεων αποσυντόνισε τις αστυνομικές δυνάμεις. Η αδυναμία τους να ελέγξουν την κατάσταση προβλήθηκε αργότερα σαν «αδράνεια λόγω κυβερνητικών εντολών». Σε αυτή την «αδράνεια» όμως καταναλώθηκε το σύνολο των αποθεμάτων της χώρας σε παντός τύπου χημικά, ενώ έγινε και περιορισμένη χρήση πλαστικών σφαιρών και περιστρόφων. Σε όλη τη διάρκεια των επεισοδίων είναι εντυπωσιακή η μαζική διάθεση για σύγκρουση από τους νεότερους αλλά και η αλληλεγγύη του απλού κόσμου προς τους διαδηλωτές, σε συνδυασμό με εκδηλώσεις οργής απέναντι στις δυνάμεις καταστολής (προσπάθεια απελευθέρωσης συλληφθέντων, εκτόξευση αντικειμένων από τα μπαλκόνια, κατάβρεγμα με νερό των αστυνομικών κλπ). Η διάσωση του κύρους του πολιτικού συστήματος γίνεται πια επιβεβλημένη ανάγκη. Έτσι, η κυβέρνηση απευθύνεται για βοήθεια στα πολιτικά κόμματα, ενώ επιχειρεί την δική της αντεπίθεση. Στο παιχνίδι μπαίνουν και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Για τα ΜΜΕΤα περισσότερα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης στην αρχή αποσιώπησαν το γεγονός. Είναι ενδεικτικό ότι ενώ το σοβαρό περιστατικό έγινε γύρω στις εννιά το βράδυ του Σαββάτου και οι συγκρούσεις ήδη είχαν αρχίσει, μόνο το πρωινό της Κυριακής έγινε αναφορά στο γεγονός. Στη συνέχεια και όσο αποκαλύπτονταν τα πραγματικά γεγονότα, ακροβατώντας στον παραδοσιακό τους ρόλο από τη μια, αλλά και στα συναισθήματα του κοινού από την άλλη –ελέω ακροαματικότητας- υιοθέτησαν μία καταγγελτική στάση. Η στάση αυτή γρήγορα ανατράπηκε, από το απόγευμα της Δευτέρας, για να απογειωθεί η παραπληροφόρηση ολόκληρο το επόμενο διάστημα. Βασικός στόχος να απονομιμοποιηθούν οι συγκρούσεις, να διαχωριστούν οι διαμαρτυρόμενοι σε δίκαιους (μαθητές) και άδικους («κουκουλοφόροι») ώστε να τρομάξουν οι συντηρητικοί ψηφοφόροι. Έτσι υπερτονίζεται η δράση των «κουκουλοφόρων», παραβλέποντας ότι στο θάλαμο αερίων που είχαν δημιουργήσει οι δυνάμεις καταστολής το σκεπασμένο πρόσωπο αποτελούσε στοιχειώδες μέσο προφύλαξης. Όχι για να σπάσεις τράπεζα, απλώς για να αναπνεύσεις. Σταδιακά οποιαδήποτε ενέργεια δυναμικής αντιπαράθεσης (από νεράντζι μέχρι μπογιά ή αλεύρι) μετατρέπεται σε «δράση κουκουλοφόρων». Υπερτονίζεται το μέγεθος των καταστροφών με συνεχή και επαναλαμβανόμενα στιγμιότυπα, ενώ αποσιωπάται το γεγονός ότι στόχους αποτέλεσαν κυρίως τράπεζες, κρατικά κτήρια και μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων.[4] Παράλληλα διασπείρονται φήμες που ουδέποτε επαληθεύονται (πυρπόληση της Εθνικής Βιβλιοθήκης, καταστροφή της οικίας Παλαμά κλπ) Επίσης αποσιωπάται η δράση ασφαλιτών με πολιτικά (που συμμετέχουν στις καταστροφές) ή φασιστών που βοηθούν τις δυνάμεις καταστολής στο έργο τους. Αντίθετα όλοι αυτοί βαφτίζονται «αγανακτισμένοι πολίτες». Το μέγεθος της παραπληροφόρησης είναι τέτοιο, που η μείωση του τζίρου στα καταστήματα ή η πτώση του τουρισμού χρεώνεται στα γεγονότα, αν και οι μετρήσεις αναφέρονται σε πολύ προγενέστερο διάστημα..[5] Ούτε λόγος βέβαια για την απίστευτη βία που ασκούν οι δυνάμεις καταστολής, για τους εκατοντάδες τραυματίες κλπ. Αντίθετα γίνεται προσπάθεια να βελτιωθεί απεγνωσμένα το προφίλ της αστυνομίας. Κυρίως όμως σε όλα τα τηλεπαράθυρα αυτό που πρέπει πάση θυσία να αποσπαστεί –είτε από πολιτικούς, είτε από διαδηλωτές- είναι μία δήλωση καταδίκης των δυναμικών κινητοποιήσεων. Αυτές όλες, τα ΜΜΕ τις έχουν ήδη ταυτίσει με το σπάσιμο κάποιων (πραγματικά λίγων σε σχέση με τη δυναμική της σύγκρουσης) μικρομεσαίων μαγαζιών.
Για την αριστεράΗ εξωκοινοβουλευτική αριστερά, ο αντιεξουσιαστικός χώρος και το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων που ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ, από την πρώτη στιγμή συμμετείχαν στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Βέβαια το κύριο βάρος των αρχικών συγκρούσεων σήκωσε ο αντιεξουσιαστικός χώρος, αν και γρήγορα ξεπεράστηκε από τη δυναμική των πραγμάτων. Η ταυτόχρονη εξέγερση σε δεκάδες πόλεις της χώρας με επιθέσεις χιλιάδων διαδηλωτών σε αστυνομικά τμήματα και κρατικά κτήρια, δύσκολα μπορούν να αποδοθούν σε αυτόν τον χώρο (εκτός ίσως της συνεισφοράς του σε συμβολικό επίπεδο πχ στην καταστροφή τραπεζών). Άλλωστε οι οργανωτικές και αριθμητικές του δυνάμεις δεν αντιστοιχούν στο εύρος και το μέγεθος της σύγκρουσης. Η εκ των υστέρων ταύτιση αποτελεί προσπάθεια δαιμονοποίησης και περιθωριοποίησης των κινητοποιήσεων αλλά και του αντιεξουσιαστικού χώρου.
Στον αντίποδα όλων των τάσεων της οργανωμένης αριστεράς βρέθηκε το ΚΚΕ. Η πρώτη του μαζική διαμαρτυρία γίνεται σχεδόν 28 ώρες μετά τη δολοφονία, με τον χαρακτηριστικό τρόπο της πλήρους απομόνωσης από τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό όμως που κυρίως το χαρακτηρίζει είναι η απόλυτη υιοθέτηση (αμέσως μετά τη συνάντηση με τον Καραμανλή) της θεωρίας των κουκουλοφόρων. Και όσον αφορά τις ιδεολογικές διαφορές, αυτό θα ήταν δικαίωμά του. Όμως άλλο οι ιδεολογικές διαφορές και άλλο η καταγγελία, ότι ένας πολιτικός χώρος αποτελείται από πράκτορες και εγκληματίες. Ειδικά όταν στην καταδίκη αυτού του πολιτικού χώρου η κυβέρνηση αποζητά την καταγγελία όλων των δυναμικών στοιχείων της εξέγερσης και την απόσπαση συναίνεσης για άμεση καταστολή.
«Το μόνο που ήθελα να πω σε εσάς τους δημοσιογράφους, για ψάξτε σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας και αλλού, ποιοι είναι κάτω από τις μάσκες και κυρίως ποιοι στηρίζουν τους κουκουλοφόρους, ποιοι ανάβουν πυρκαγιές και θα βρείτε ανθρώπους που δεν είναι απλώς άνθρωποι αγανακτισμένοι και παραπλανημένοι που έχουν βρει λαθεμένες μορφές πάλης, θα βρείτε ανθρώπους που δεν συνιστούν νέο υποκείμενο του αγώνα αλλά υποκείμενα». Αλέκα Παπαρήγα από τη συνέντευξη τύπου στις 11 Δεκεμβρίου. (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 12/12)
Και το σενάριο επαναλαμβάνεται:
«Ο πυρήνας τους έχει διαμορφωθεί στους κόλπους του κράτους, από θύλακες μέσα και έξω από την Ελλάδα και επί ΠΑΣΟΚ και επί ΝΔ, και όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, σε κάποια φάση είναι δυνατόν να ξεφύγουν και από τον έλεγχο των αρχικών εμπνευστών τους.» Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ.
Οι κουκουλοφόροι (όχι βέβαια οι ασφαλίτες που σαφώς έδρασαν, αλλά μερικές χιλιάδες σε όλη την Ελλάδα) είναι λοιπόν ξενοκίνητοι. Όμως ακόμα και αυτοί που τους δημιούργησαν (βλέπε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) δεν φταίνε, αφού πλέον ξέφυγαν από τον έλεγχό τους.
Το ίδιο αποκαλυπτικό είναι και το απόσπασμα που ακολουθεί:
«Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστέψει κανείς πως όλα όσα διαδραματίζονται από τους δήθεν αντιεξουσιαστές, όπως τους έχει βαφτίσει η αστική προπαγάνδα, με αφορμή την εν ψυχρώ δολοφονία του 15χρονου από τις δυνάμεις καταστολής, δηλαδή οι φωτιές, τα συντονισμένα και ταυτόχρονα σε πολλές πόλεις της χώρας τυφλά χτυπήματα, αποτελούν αυθόρμητη έκφραση αγανάκτησης απέναντι στην κρατική βία, ή κίνημα ενάντια στην κρατική καταστολή. Η οργανωμένη εκδήλωση αυτής της μορφής δράσης, από ομάδες που ευθέως εχθρεύονται και καταπολεμούν την οργανωμένη μαζική πάλη, και που αποτελεί βούτυρο στο ψωμί της εξουσίας των μονοπωλίων για ένταση της κρατικής βίας και καταστολής ενάντια στο οργανωμένο λαϊκό, κατά της πολιτικής και της εξουσίας των μονοπωλίων, κίνημα, άλλο πράγμα δείχνει. Αλήθεια, ποιοι και πώς συντονίζουν αυτή τη δράση των δήθεν αγανακτισμένων που εκτονώνονται με τυφλή βία για να προκαλέσουν καθολική κρατική καταστολή ενάντια στο λαϊκό κίνημα; Ποιος ο ρόλος και ο σκοπός αυτών που τους ωθούν σ' αυτή τη δράση; Και ας μη μας δουλεύουν με το διαδίκτυο και τα SMS, γιατί αυτά δεν εκπέμπονται αυθόρμητα και χωρίς οργάνωση και επιτελεία εντός και εκτός επικράτειας για τη στήριξη της αστικής εξουσίας.» Ριζοσπάστης 9/12/08
Εκτός όμως από την καταδίκη των «κουκουλοφόρων» –συλλήβδην και χωρίς να διαχωρίζονται από τους πιθανούς ασφαλίτες– ακολουθεί και μία άμεση αποδοκιμασία των μορφών πάλης: «Σας ρωτάμε ευθέως, αν μια χήρα σκοτωμένου σε εργατικό ατύχημα έβαζε φωτιά στο σπίτι του υπεύθυνου εργοδότη, τι θα λέγατε; Θα την ηρωποιούσατε ή θα φωνάζατε ότι δεν πρέπει να υπάρχει αυτοδικία, ότι υπάρχει δικαιοσύνη κλπ.[6] Αν τα παιδιά των εργατών που έχασαν τη ζωή τους έκαιγαν εργοστάσια, βίλες και τα αυτοκίνητα των εργοδοτών θα το δικαιολογούσατε; Βεβαίως όχι. Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Ο πυρήνας των λεγόμενων αντιεξουσιαστών είναι ασύδοτος, ελεύθερος, να διασύρει τον οργανωμένο αγώνα, να εμφανίζεται ως ανώδυνο υποκατάστατο της ταξικής πάλης.» Από την ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα στην Ομόνοια (Ριζοσπάστης 9/12)
Στο παραπάνω απόσπασμα όχι μόνο κριτικάρεται η αποτελεσματικότητα των ενεργειών, αλλά δεν επιτρέπεται ούτε καν η δικαιολόγησή τους. Άρα επιβάλλεται η καταστολή τους θα προσθέταμε εμείς. Άλλωστε, ο Ριζοσπάστης, στα ρεπορτάζ του από όλη την Ελλάδα πουθενά δεν είδε επίθεση μαθητών σε αστυνομικό τμήμα. Εννοείται όχι με μολότωφ αλλά έστω με κόκκινη μπογιά, με νεράντζια, με πέτρες κλπ. Δεν το διαπίστωσε ούτε καν σαν χώρο συγκέντρωσης και διαμαρτυρίας τους. Κατά το ΚΚΕ η νεολαία «περιφρουρημένα» διαδήλωσε την οργή της σε δρόμους, πλατείες και πεζοδρόμια.!!!! [7]
Είναι αλήθεια ότι μπροστά στην κατακραυγή και από δικούς τους ανθρώπους, η ηγεσία του ΚΚΕ αναγκάστηκε να τροποποιήσει τη στάση της. Έτσι, η Αλέκα Παπαρήγα μερικές μέρες μετά δηλώνει: «Δεν πιστεύω ότι όλοι αυτοί που ήταν με τους κουκουλοφόρους είναι χαφιέδες. Δεν μπορεί να είναι όλοι χαφιέδες. Υπάρχουν οι αναρχικοί, και υπάρχουν και χαφιέδες μέσα σε αυτούς, γιατί αυτές οι ομάδες από τον τρόπο οργάνωσης είναι πιο ευάλωτες. Δεν είπε κανείς ότι είναι χαφιέδες γενικά οι αναρχικοί. Συμφωνώ απόλυτα ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν και μπορεί να το κάνει αυτό το κράτος.» (Ριζοσπάστης 14/12).
Τα «υποκείμενα» των αρχικών δηλώσεων τώρα μετατρέπονται σε «αναρχικούς»
Όμως το μήνυμα στήριξης στο πολιτικό σύστημα από το ΚΚΕ έχει ήδη δοθεί. Και αυτό το μήνυμα έχει το δικό του ειδικό βάρος, την ίδια στιγμή που η επίθεση του κράτους στους νεαρούς διαδηλωτές εκδηλώνεται με όλα τα μέσα. Περισσότερες από 1000 συλλήψεις ή προσαγωγές –πάντα με τη συνοδεία ανελέητου ξυλοδαρμού-, παραπομπή συλληφθέντων με τον τρομονόμο, πλήρης καταπάτηση των κανόνων δικαίου για τους κρατούμενους, αθρόες προφυλακίσεις. Ανάμεσά τους και αλλοδαποί που πληρώνουν ακριβά αυτή τους την ιδιότητα.[8]
Για τη συνέχεια
Κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων εκτός από τις μαζικότατες διαδηλώσεις, αναπτύχθηκαν πρωτοβουλίες, πρωτοποριακές στη σύλληψη αλλά και στην εκτέλεσή τους. Με χιούμορ και με φαντασία. Από την ολιγόλεπτη κατάληψη της ΕΡΤ και των άλλων ραδιοφωνικών σταθμών, στην κατάληψη πολλών δημόσιων κτιρίων και της ΓΣΕΕ. Από τις παρεμβάσεις για καταστροφή των ακυρωτικών μηχανημάτων στο μετρό μέχρι την απελευθέρωση ζώων που εκτρέφονται για τη γούνα τους στη Σιάτιστα. Η ζωντάνια αυτή δείχνει ότι ήδη έχει δημιουργηθεί μία βαθιά τομή στην ελληνική κοινωνία. Από τη μία τα συντηρητικά στρώματα με τους πολιτικούς τους εκφραστές αλλά και πολλούς εγκλωβισμένους στο εσωτερικό τους. Και από την άλλη ένα πολυποίκιλο ρεύμα που εκφράζει την ελπίδα του και την αγανάκτησή του χωρίς να έχει βρει ακόμα την πολιτική του έκφραση. Πολύ περισσότερο χωρίς να διατυπώνει με σαφήνεια – εκτός από τη διαφορετικότητά του και την οργή του – τα αιτήματά του.
Το ερώτημα για τη «ριζοσπαστική» αριστερά είναι κρίσιμο. Θα μετεξελιχτεί σε μία πραγματικά ριζοσπαστική δύναμη, ανοιχτή στα νέα μηνύματα; Η θα παραμείνει δέσμια των παλιών λογικών του «πολιτικού αυτισμού» από την μία και του κυβερνητισμού και της «υπεύθυνης διαχείρισης» της κρίσης του αστικού πολιτικού συστήματος από την άλλη. Ήδη προβάλλει η ανάγκη για την απελευθέρωση των δεκάδων συλληφθέντων. Αυτός ο δεύτερος γύρος που αντικειμενικά ανοίγει, πριν ακόμα καλά-καλά κλείσει ο πρώτος, θα είναι το καινούργιο μέτωπο αντιπαράθεσης. Από την εξέλιξη αυτού του δεύτερου γύρου θα εξαρτηθούν πολλά.
[1] Ο τελευταίος, με την ακραία καταστολή των φοιτητικών κινητοποιήσεων, περιθωριοποιήθηκε, για να εξοστρακιστεί μετά το φιάσκο αντιμετώπισης των περσινών πυρκαγιών.
[2] Το σκάνδαλο του Βατοπεδίου αν και είναι γνωστό από χρόνια αναδεικνύεται σε κορυφαίο γεγονός όταν ο Κοντομηνάς διαρρηγνύει τις σχέσεις του με το υπάρχον μπλοκ εξουσίας
[3] Το ότι ο αρμόδιος υπουργός Παιδείας διασκέδαζε στα μπουζούκια ενώ την επόμενη μέρα πήγε στο γήπεδο είναι ενδεικτικό πόσο σίγουρη ήταν η κυβέρνηση για την καταστολή των διαμαρτυριών.
[4] Αντίστοιχες καταστροφές έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες συγκρούσεις. Είτε από δράση μεμονωμένων ατόμων είτε από την ίδια τη δυναμική της σύγκρουσης. Ακόμα και το Νοέμβρη του ‘73 οι καταστροφές σε κτήρια (πυρπόληση Νομαρχίας), βιτρίνες ή στα μέσα μαζικής μεταφοράς που χρησιμοποιήθηκαν σαν οδοφράγματα ήταν τεράστιες. Αυτό όμως δεν χαρακτήρισε το νόημα της εξέγερσης
[5] Κατά τα ΜΜΕ η απώλεια τζίρου για τα καταστήματα του κέντρου τις τρεις ημέρες των επεισοδίων ανέρχεται σε ένα δις ευρώ. Όταν μόλις την προηγούμενη εβδομάδα τα διάφορα ρεπορτάζ αναφέρονταν στην παντελή έλλειψη πελατών που τα ίδια απέδιδαν στην οικονομική κρίση.
[6] Αυτό που η πλειοψηφία του κόσμου έχει συνειδητοποιήσει, όσον αφορά την απόδοση δικαιοσύνης στη χώρα μας, φαίνεται ότι δεν το γνωρίζει η γραμματέας του ΚΚΕ. Τις ίδιες μέρες διαψεύστηκε και από την απόφαση του δικαστηρίου για τους αστυνομικούς – ζαρντινιέρες.
[7] Για του λόγου το αληθές : http://www2.rizospastis.gr/page.do?publDate=9/12/2008&id=10403&pageNo=14&direction=1
[8] Κανείς δεν ξέρει που και κάτω από ποιες συνθήκες κρατούνται, εάν έχουν νομική βοήθεια, εάν πρόκειται να απελαθούν. Το σίγουρο είναι ότι οι ρατσιστικές αντιλήψεις των αστυνομικών αποτελούν εγγύηση για την καταδίκη τους.














